Δευτέρα, Φεβρουαρίου 24, 2014

ΤΟ ΣΟΝΕΤΟ ΤΟΥ ΚΕΛΗΤΟΣ

ΤΟ ΣΟΝΕΤΟ ΤΟΥ ΚΕΛΗΤΟΣ


Θα γίνω Στίχος για να σου μιλήσω,
Ρυθμός για να μπορέσω να σε βρω,
στις ταπεινές μου ρίμες θα ελπίσω,
στα μέτρα αυτά που πάλι κατοικώ.

Με σχήματα του λόγου θα σε ντύσω,
αφού δεν έχω πλάι μου γυμνό
το σώμα σου ξανά για να φιλήσω,
στη Γλώσσα μου θα σε ονειρευτώ.

Ως Λέξη νέα πάντα θ’ ανατέλλεις
κι ας έχεις δύσει μέσα στη ζωή,
στην Ποίηση σού ανήκω κι ας μη θέλεις

-αυτό για πάντα μού έχει χαριστεί-
και τρέχω πορφυρός και μαύρος κέλης
τον θάνατο που πήρε για ιππαστή.


 © Θεοδόσης Βολκώφ

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 14, 2014

ΤΑ ΜΟΙΧΙΚΑ α'


ΤΑ ΜΟΙΧΙΚΑ
α'


την καλλιστώ αν γνώρισες διαβάτη
γνωρίζεις και τον λόγο της γραφής.
κι αν σ’ έμπασε στο μοιχικό της το κρεβάτι
και χάρηκες τον ήχο κάθε της χορδής
την πρώτη κρούοντας τη μέση την υπάτη
κι αν αξιώθηκες αυτής της μουσικής
το νόημα δεν λέω άλλο κάτι
σταυραδερφέ μου εσύ της ηδονής.
αν όμως όχι τότε γρήγορα προσπέρνα
δεν είναι κάτι να σου πω ή εδώ να δεις.
κι αν θέλεις λόγια που ηχούν σαν πιο μοντέρνα
πιο σύμφωνα με τους ρυθμούς της εποχής
στην παραδίπλα σύρε την ταβέρνα
όμως εδώ καθόλου μην σταθείς


© Θεοδόσης Βολκώφ

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 10, 2014

ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΟΚΛΟΣ


ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΟΚΛΟΣ


Της φονικής του πράξης ο σεισμός
μαίνονταν όλη μέρα μες στο στήθος
και χύνονταν το αίμα ποταμός
και στηθοδέρνονταν Τρωάδες πλήθος
κι ο σκοτεινόχρους κλάγγαζε χαλκός
το σαρκοφάγο του απηχώντας ήθος.

Αλλά τις νύχτες στη σκηνή του αβρός
έπαιρνε μες στα χέρια του τη Λύρα
και τραγουδούσε τότε εκστατικός
ανάμεσα στ’ αμόνι και στη σφύρα
άλλου Θεού, του Έρωτα, δετός
αυτό που θα του σφράγιζε τη μοίρα.

Και γίνονταν ο κόσμος πάλι απλός,
τα πάντα με τα πάντα συνταιριάζαν
και πουθενά δεν βρίσκονταν εχθρός
κι όλα τα μίση σώπαιναν, και μοιάζαν
ουσία μια ψαλμός και ψαλμωδός,
ουσία που τα πάντα δοκιμάζαν.


Και δεν υπήρχε Έκτορας και δεν υπήρχε Τροία
και δεν υπήρχαν Αχαιοί κι ο σκύλας γιος Ατρείδης
τις ώρες που ξεχύνονταν αλλόκοσμη η αρμονία,
τις ώρες που τραγούδαγε στον Πάτροκλο ο Πηλείδης.


 © Θεοδόσης Βολκώφ

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 07, 2014

Ο Παντρεμένος, του Γιώργου Πύργαρη


                                                                            To διαβάζετε εδώ.

                                                                       Γελάσαμε πολύ. 
Παραπέμπουμε τον φίλο ποιητή Γιώργο Πύργαρη
σε παλαιότερο σχετικό πόνημά μας.

Τρίτη, Ιανουαρίου 14, 2014

Ο DON JUAN ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΚΗΠΟ

Ο DON JUAN
ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΚΗΠΟ


Ελάτε κι όλες γύρω μου καθίστε,
οι αγάπες μου οι μικρές και οι μεγάλες·
αυτές που χάρηκα μα και οι άλλες
που δεν μες στις αγάπες μου αριθμείσθε.

Γυμνές μέσα στη σκέψη μου όλες τρέξτε
κι η μια την άλλη τώρα καμαρώστε,
αγκαλιαστείτε, φιληθείτε, ξεσαλώστε,
κάθε λογής παιχνίδια αγάπης παίξτε.

Και τραγουδήστε εν χορώ στον Don Giovanni
λόγια γλυκά, του Έρωτα, δοξάστε
αυτόν που απ’ την Αγάπη έχει πεθάνει
φορές μυριάδες ζωντανός κι ακόμα
το γέρικο κορμί του αγκαλιάστε
φορά στερνή στου θάνατου το στρώμα.

Και πείτε του ψιθυριστά, σαν χάδι,
– προτού πατήσει των Νεκρών τη Νήσο–
σαν φως μπροστά στο αδήριτο σκοτάδι,

«Απόψε έσει μεθ’ ημών εν παραδείσω».


© Θεοδόσης Βολκώφ

Πέμπτη, Ιανουαρίου 09, 2014

Άρτζουνα ο Τοξότης


ΆΡΤΖΟΥΝΑ Ο ΤΟΞΟΤΗΣ

Του  Ευστράτιου  Σαρρή

Ήταν οι μέρες που ξυπνούσε πάλι ο Σίβα
και θ’ άρχιζε τον πύρινο χορό
του ολέθρου αυτός ιερή καταβασία
κι ένιωθα γύρω μου τον άνεμο πυρό
κι έσφιγγα μες στα χέρια το Gandiva.

Κι ο Ντρόνα ο Μέγας Δάσκαλος
μάζεψε γύρω του εμάς
τους πέντε Άρειους αδελφούς
τους ένοπλους Παντάβα
και είπε:
 «Βλέπω το πρόσωπο της Γης
να σκάζει, να χαράσσεται
από την προαιώνια λάβα·
βλέπω τον Πόλεμο και τον εμφύλιο σπαραγμό
στο τρομερό πεδίο Κουρουκσέτρα,
βλέπω παντού τον Θάνατο».
Και ακούγονταν τα λόγια του
καθώς το ατσάλι που χτυπά σπιθίζοντας την πέτρα.

«Θέλω το ξύλινο που έστησα πτηνό
στην κορυφή του δέντρου αυτού
το βέλος σας να πλήξει.
Καθένας από εσάς εδώ ας σταθεί
στο χείλος του καιρού και του γκρεμού
του τοξευτή την τέχνη για να δείξει».

Και πρώτο κάλεσε τον αδερφό μου Γιουντιστίρα.
Κι ο Γιουντιστίρα τέντωσε του τόξου τη χορδή
και σαν σημάδεψε ο Ντρόνα ρώτησε: «Τι βλέπεις;»
Χαμογελώντας του αποκρίθηκε: «Τα πάντα, το πουλί,
το σπάνιο και το πλούσιο πτέρωμά του,
το δέντρο από τη ρίζα ώς την κορφή,
το καταπράσινο θροΐζον φύλλωμά του,
τον καταγάλανο ύστερα ουρανό
και τον λαμπρότατο κατάκορφα φωστήρα».
Κι ο Ντρόνα του είπε με ύφος αυστηρό:
«Το βέλος δεν θα ρίξεις, Γιουντιστίρα».

Κατόπιν κάλεσε τους άλλους μου αδερφούς
και τον καθένα ξέχωρα ρωτούσε: «Πες, τι βλέπεις;»
Και απαντούσαν όλοι με σπουδή
και σημαδεύαν λέγοντας: «Τα πάντα».
Κι ο Ντρόνα, ο μονίμως βλοσυρός,
βαθιά πολύ αναστέναξε και είπε:
«Θάμβος και σκότος ο δικός σας οφθαλμός.
Των πάντων η ματιά σας είναι σκλάβα».
Και ύστερα τελείως παγερός:
«Το βέλος δεν θα ρίξετε, Παντάβα».

Και τότε κοίταξε με βλέμμα εταστικό
τον τελευταίο μαθητή του εμένα.
Βρυχήθηκε: «Γιε τρίτε του Παντού,
της Γκίτα που σου μέλλεται η γέννα,
η ώρα ήρθε. Πρόβαλε και κοίτα».
Και πρόβαλα και κοίταξα καλά,
κι όταν με ρώτησε τι βλέπω τού είπα:

«Το τίποτα. Δεν βλέπω το πουλί
που λες ότι το έστησες στο ελάτι,
μα μόνον του οφθαλμού την αστραπή,
βλέπω το κέντρο του πυρός
ή που του μοιάζει κάτι».
Και λιονταρίσια Ρίξε ακούστηκε φωνή.
Κι εγώ
λευτέρωσα την έτοιμη χορδή
και τόξευσα το Μάτι.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 23, 2013

ΤΟ ΧΑΜΙΝΙ (O ποιητής που αγαπώ)


TO XAMINI
(Ο ποιητής που αγαπώ)


 Ο ποιητής που αγαπώ δεν γράφει
ποιήματα για σχολικά βιβλία·
τρόπους καλούς ποτέ του δεν θα μάθει
και δεν θα εγγραφεί στην Ιστορία.
Ο ποιητής που αγαπώ δεν πιάνει
με συναδέλφους ποιητές φιλία·
καθώς χαμίνι εγώ, αυτός αλάνι
και στ’ απαυτά του κάθε ανθολογία.
Ο ποιητής που αγαπώ τον Λύκο
σαλός ελευθερώνει νύχτα-μέρα
και μπρος σε κάθε μεγαλόσχημο οίκο
τον Λύκο ξεδιπλώνει ως παντιγέρα,
τον Λύκο ανακρούει ως παιάνα.
Ο ποιητής αυτός, που του ανήκω,
τα κάνει με τους στίχους του πουτάνα.


 © Θεοδόσης Βολκώφ

Υ.Γ. Χρόνια πολλά, παίδες και κορασίδες...