Σάββατο, Δεκεμβρίου 05, 2020

Μύθοι των Βίκινγκς - Νέα μετάφραση

 ΜΥΘΟΙ ΤΩΝ ΒΙΚΙΝΓΚΣ

από τις Εκδόσεις Παρισιάνου

Συγγραφείς: Louie Stowell, Alex Frith *

Εικονογράφηση: Matteo Pincelli *

Mετάφραση: Θεοδόσης Βολκώφ


Οι συγγραφείς Alex Frith και Louie Stowel μέσα από τη γλαφυρή τους αφήγηση ταξιδεύουν μικρούς και μεγάλους στον μαγικό κόσμο της βορειοευρωπαϊκής μυθολογίας.

Μύθοι για τη γένεση αλλά και την καταστροφή του κόσμου, το τρομακτικό Ράγκναροκ, τον έρωτα και το μίσος, την πίστη και την προδοσία… Ιστορίες λυσσαλέων συγκρούσεων για την εξουσία και τον πλούτο, και περιπέτειες γεμάτες αυταπάρνηση, ηρωισμό και θυσία…

Ταξιδέψτε και στους εννέα κόσμους που απαρτίζουν το σύμπαν της βορειοευρωπαϊκής μυθολογίας και γνωρίστε τον πανίσχυρο Θορ, τον θεό του κεραυνού, τον Όντιν, τον Πατέρα των θεών και των ανθρώπων, και τον κατεργάρη Λόκι, που διαρκώς άλλαζε μορφές και προξενούσε ένα σωρό προβλήματα. Συναντήστε ακόμη τις Αμαζόνες του Βορρά, τις περίφημες Βαλκυρίες, τον άπληστο δράκο Φάφνιρ, τον γενναίο ήρωα Σίγκουρντ και την περήφανη Μπρούνχιλντ.

Θαλάσσια ερπετά και δαίμονες της φωτιάς, γίγαντες του πάγου και σιδηρουργοί νάνοι κατακλύζουν αυτούς τους συναρπαστικούς μύθους από τη θρυλική εποχή των Βίκινγκς.

Την υπέροχη εικονογράφηση που ζωντανεύει τους μαγικούς Κόσμους, τους ήρωες και τις απίστευτες περιπέτειές τους υπογράφει ο Matteo Pincelli.


Μύθοι και θρύλοι απ' όλο τον κόσμο - Nέα μετάφραση

ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΙ ΑΠ' ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

από τις Εκδόσεις Παρισιάνου

Συγγραφείς: Rosie Dickins, Sam Baer, Sussana Davidson, Rosie Hore *

Εικονογράφηση: Anja Klaus *

Μετάφραση: Θεοδόσης Βολκώφ

Στα πολύ παλιά τα χρόνια, τα πάντα –από την εναλλαγή των εποχών μέχρι την τροχιά του Ηλίου– αποτελούσαν άλυτο μυστήριο. Έτσι, οι άνθρωποι έπλασαν ιστορίες για να ερμηνεύσουν τα πράγματα και τον γύρω τους κόσμο.

Οι ιστορίες αυτές –μύθοι, θρύλοι και παραμύθια– διέφεραν από τόπο σε τόπο, αλλά όλες είχαν ένα κοινό συνδετικό στοιχείο: στόχευαν στην εξήγηση του ανεξήγητου.

Οι ιστορίες αυτού του βιβλίου γεννήθηκαν πριν από εκατοντάδες ή ακόμη και χιλιάδες χρόνια. Πρωτοειπώθηκαν πολύ πριν από την ανάδυση της επιστημονικής σκέψης, όταν οι άνθρωποι πίστευαν ακόμα σε γίγαντες, πνεύματα και μυθικά πλάσματα, που μπορούσαν ν’ αλλάξουν μορφή απ’ τη μια στιγμή στην άλλη.

Με την πάροδο του χρόνου και τις αναρίθμητες αφηγήσεις, οι ιστορίες αυτές άλλαξαν μορφή – ίσως ακόμη και το νόημά τους να έχει έως ένα βαθμό αλλάξει. Όμως αυτό δεν τις καθιστά λιγότερο συναρπαστικές.

Στο βιβλίο «Μύθοι και θρύλοι απ’ όλο τον κόσμο», των Baer, Davidson, Dickins και Hore, θα γνωρίσετε μια αράχνη που ξεγελά ένα θεό, ένα βάτραχο που πίνει όλο το νερό του κόσμου, μια γυναίκα αλεπού, έναν τίγρη που μιλά κι έναν ιαγουάρο που κατέχει το μυστικό της φωτιάς.

Θα συναντήσετε ακόμη την Ελληνίδα θεά Δήμητρα και τη Βαβυλώνια θεά Ιστάρ, τον Ιρλανδό γίγαντα Φιν Μακ Κουλ και την Ινδή θεά Ντούργκα, που έσωσε τον κόσμο από τον δαίμονα Μαχίσα και το κακό.

Συνεχίστε το διάβασμα και ανακαλύψτε δεκαοκτώ υπέροχους μύθους και θρύλους απ’ όλο τον κόσμο…

Την υπέροχη εικονογράφηση του βιβλίου φιλοτέχνησε η Αnja Klaus.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 21, 2020

Πεντάσημον – Νέο βιβλίο

 


Πεντάσημον. 
Μια ποιητική σύμπραξη.
 
Γιώργος Βαρθαλίτης * Θεοδόσης Βολκώφ 
Αλέξανδρος Κορδάς * Χάρης Ψαρράς 
Δημήτρης Κοσμόπουλος 

Θερμότατες ευχαριστίες στην οικογένεια της Σμίλης.

Σάββατο, Μαΐου 09, 2020

Γιώργου Βαρθαλίτη, Οδυσσειακόν



ΟΔΥΣΣΕΙΑΚΟΝ

                                 Ι
Άλλοτε ακτές αφήνανε το πλοίο να περάσει
πανύψηλες κι απόκρημνες με βράχια κοφτερά
και καταπράσινες ακτές γεμάτες από δάση
που οι φυλλωσιές τους ίσκιαζαν ποτάμια δροσερά.

Και πολιτείες είδαμε στη δόξα του μαρμάρου
με στέγες που σκορπούσανε τρανή μαρμαρυγή,
μα μας φαντάζαν ελαφριές σαν τα φτερά του γλάρου,
σαν όνειρο που χάνεται, σαν αστραπή γοργή –

κι ομίχλες που κρατούσανε τραγούδια των Σειρήνων
–μια μαγική κι απόκοσμη μας έγνεφε φωνή–
και μοιάζανε μ' απόηχο ναυγισμένων θρήνων,
που μουσική πλημμύριζε το νου μας ηδονή-

κι αρχιπελάγη του Βορρά, που πέφτει τ' άσπρο χιόνι
–μια συννεφιά μας έζωνεν ανάλαφρη, αργυρή–
που πέφτει πάνω στο νερό κι αμέσως τότε λιώνει
κι εκεί σα φάντασμα λευκό κυλούσε το σκαρί.

Νιώσαμε ανέμους που η κρυφή σάλπιγγα των Αιόλων
σήκωνε κι όμοια με χορδές ηχούσαν τα σκοινιά –
πώς ρυτιδώναν το γλαυκό σα διάβα μύριων στόλων
και φούσκωναν του καραβιού τα δυνατά πανιά!

Είδαμε αυγές τρανές που, λες, πως ύφανε μονάχη
η Λευκοθέα στον αργαλειό της Νύχτας σιωπηλά
σαν έναν πέπλο αχνού φωτός στης θάλασσας τη ράχη,
που λεύκαζε με ρόδινες ανταύγειες απαλά,

ώσπου το αντίφλογο άρχιζε σιγά να δυναμώνει
κι άναβε ο ήλιος σαν πυρσός τον ουρανό πλατιά
κι η Μεσημβρία, που σκληρά τα πάντα πυρακτώνει,
έστηνε θρόνο στου ωκεανού τα μάκρη από φωτιά.

Κι ακόμα δύσεις τρομερές μας φύλαξεν η μοίρα
-τη λάμψη τους δεν θα άντεχε κι αυτός ο χρυσαϊτός-,
απάνω μας απλώνονταν μια πύρινη πορφύρα
και το καράβι γλίστραγε σε βάραθρα φωτός.

Και μας ξαφνιάσανε συχνά μεγάλες καταιγίδες
κι ακούγαμε να σκίζουνε το θόλο κεραυνοί
σα να βυθίζονταν ξανά πανάρχαιες Ατλαντίδες
και πάνω τους να κλείνανε τρισκότεινοι ουρανοί.

Αλλ' όταν κόπαζε μεμιάς η μαύρη τρικυμία
γαλάζιο ακύμαντο έβλεπες μονάχα κι ουρανό-
τα κάτοπτρα αντιφέγγιζαν του νου, τη νηνεμία
και φως μας έλουζε άφθαρτο, γλαυκό, παντοτεινό.

Κι όταν από την άβυσσον ανέβαιναν τα ερέβη
κι η νύχτα τα σκοτάδια της άπλωνε μυστικά
στο μαύρο το στερέωμα, θαρρούσες, ταξιδεύει,
επάνω στ' αρχιπέλαγα, το πλοίο, τ' αστρικά.

                       ΙΙ
Τόπους πολλούς γνωρίσαμε του μύθου και τ' ονείρου
και θάλασσες πανάρχαιες και νέες σαν την αυγή-
γνωρίσαμε τα σύνορα του κόσμου και τ' απείρου
και των μακάρων νιώσαμε ν' αγγίζουμε τη γη.

Των τρομερών διαβήκαμε το φράγμα συμπληγάδων
κρατώντας όπως οβολό στο στόμα την ψυχή-
λυσσομανούσε η θάλασσα στα γέλια των Υάδων
και μας χτυπούσε σμίγοντας άλμη με τη βροχή.

Γλυτώσαμε πολλές φορές του Χάρου την αρπάγη
εκεί που μας κυκλώνανε φαιόλευκοι ουρανοί
και βλέπαμε να ορθώνονται μυστηριώδεις πάγοι
και κάποιου Χέοπα τρανού μια Σφίγγα σκοτεινή.

Ναι, τα κρυφά γνωρίσαμε μυστήρια μύριων τόπων
και Δήλους ανθοστόλιστες που πλέαν στο νερό.
Κάτω απ' τις Αίτνες ψάξαμε τα σπήλαια των Κυκλώπων
και χώρες είδαμε πολλές νεκρές από καιρό:

τη χώρα, που τ' απόγευμα, χλωμό μαργαριτάρι,
λούζει με φως παντοτεινό τους πορφυρούς λωτούς
κι ήλιος ασάλευτος κοιτά τ' ολόγιομο φεγγάρι
κι αύρες θερμές και ράθυμες λικνίζουν τους βλαστούς-

ένα νησί αφροστόλιστο με πεύκα και μ' ελάτια
κι ακτές σαν από σμάραγδο και δάση και νερά-
κι ήταν εκεί τα πέτρινα της Κίρκης τα παλάτια,
της κόρης τ' Ήλιου που έφτιαχνε βοτάνια δολερά-

και τ΄άλση τα παράκτια που μένει η Περσεφόνη
και λούζει σεληνόφωτο και βράδυ και πρωί-
η παγωνιά στον ουρανό και τα πουλιά σκοτώνει
και φτάνει απ' τα γυμνά κλαδιά του πέλαγου η βοή.

Κάποια θεά δαιμονική -τα μάτια της γατίσια-
την κλίνη της μας έστρωνε σε δροσερή σπηλιά,
που την τριγύριζαν παντού μεγάλα κυπαρίσσια
και μέσα τους τραγούδαγαν και φώλιαζαν πουλιά.

Κι εκεί που ετοιμαζόμαστε για δείπνο των κοράκων
με συντριμμένο το σκαρί στων βράχων την αιχμή
στις αμμουδιές αράζαμε καλόγνωμων Φαιάκων
κι η Ναυσικά μας έπλενε τ' αλάτι απ' το κορμί.

                      ΙΙΙ
Λιμάνια πολυθόρυβα στη σκέψη μας γυρίζουν
γεμάτα φως μεσημβρινό, καΐκια, εμπορικά
-στη μνήμη μας ακούγονται σειρήνες να σφυρίζουν-
κι όπου μεγάλα ατμόπλοια σέρνανε ρυμουλκά-

λιμάνια που στεφάνωναν στην άκρη καμινάδες
κι εργάτες ξεφορτώνανε σε φορτηγά σακιά-
η ζέστη σφυροκόπαγε καθώς χαλκωματάδες
κι ήλιος αψύς και καυτερός ρουφούσε κάθε σκια-

κι ακόμα και νυχτερινά λιμάνια με φανάρια
που τρεμοφέγγαν στην αχλύ με λάμψη ηλεκτρική
και φώτιζαν φορταγωγά, καράβια και πλοιάρια
και γερανούς π' απλώνανε τη δράκα κατά κεί-

κι άλλα το κύμα π' έδερνε στην άδεια προκυμαία
σα μια γαλήνη απλώνονταν στον ουρανό λευκή
και διάπλατα πλατάγιζε του ανέμου εκεί η σημαία
και βγάζανε των καταρτιών οι αντένες μουσική.

Μα πάντοτες ο πόθος μας το πατρικό λιμάνι,
τα λίγα σπίτια τα φτωχά λαχτάρισε να δει.
Θέλουμε ν΄ αντικρύσουμε βάρκες με πυροφάνι
και μια γυναίκα να κρατά στον κόρφο το παιδί. 

Γιώργος Βαρθαλίτης

Σημ.: Το ποίημα δημοσιεύτεται για πρώτη φορά.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 16, 2020

Για τον Σάμη


ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΑΜΗ 

                                                                              Σάββατο 15.2.2020

Ο ουρανός αποβραδίς σκοτεινιασμένος
και το πρωί βροχή ποτιστική
κι αργά τραβάμε όλοι κατά κει
όπου μας καρτερείς κεκοιμημένος.

Τα πρόσωπά μας αυστηρά και βουβαμένα,
κόκκινα μάτια οι φίλοι κι οι δικοί
και μέσα στης σιωπής τη φυλακή
κρατά καθένας κάτι από σένα.

Κάτι αμετάδοτο κι ολότελα δικό του,
κάποιο χαμόγελο, ένα νεύμα, μια στιγμή
και μες στου χρόνου ετούτη τη ρωγμή
κηδεύει ο καθένας τον νεκρό του. 

Θεοδόσης Βολκώφ