Κυριακή, Φεβρουαρίου 22, 2015

VERSUS

VERSUS


Ελάτε, Στίχοι μου, να κάνουμε εχθρούς.
Δεν έχουμε ακόμη αυτούς που πρέπει·
μονάχα κάτι μισερούς και χλιαρούς·
έναν εσμό που σήπεται και έρπει.
Ελάτε, Στίχοι μου. Γενήτε μισητοί.
Στις αρετές του κόσμου σας ριχτείτε
σαν και το μαύρο –κι όλο λύσσα–- το σκυλί
κι ώσμε τα δόντια, Στίχοι μου, οπλιστείτε.

Κι ανίσως νιώσετε τον στείρο γλυκασμό
και τη μαυλίστρα ανίσως νιώσετε ειρήνη,
σκοτώστε τον, ποδοπατήστε την, κι εγώ
την αληθή θα σας διδάσκω απειροσύνη –
του Μίσους, Στίχοι μου, του Μίσους που ρυθμό
πολεμικότατο σε νου και πράξεις δίνει,
Στίχοι από μέταλλο –κυκλώπειο και σκληρό–
κι απ’ την τραχιά που με συνέχει μνημοσύνη.

Το ίδιο τ’ όνομά σας το δηλοί,
το σταθερό εκείνο εναντίον·
ουσία σας και πράξη και οφειλή
το versus και το adversus των ανδρείων.

Ελάτε, οι Στίχοι μου, τη μια με καλπασμούς,
την άλλη σαν τους κλέφτες, σαν φονιάδες,
σαν πυρκαγιά που απλώνει στους αγρούς
και σαν τους λύκους πάνω στις αρνάδες.
Ελάτε, Στίχοι μου, να κάνουμε εχθρούς,
ελάτε πάλι με όλους τους ανέμους
και πάλι ελάτε με όλους τους σεισμούς,
ελάτε για να κάνουμε πολέμους.



© Θεοδόσης Βολκώφ

Πέμπτη, Νοεμβρίου 06, 2014

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ
 ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

 Του Ααρών Μνησιβιάδη

Μια προσευχή να πω. Μια προσευχή,
βγαλμένη απ’ των βουβώνων μου τον σάλο
κι από των σπλάχνων μου την ταραχή.
Με τη σπασμένη μου φωνή να ψάλω
αυτό που υπήρξε ανέλπιστα μεγάλο
και γέννησε τον Ίμερο της Λέξης…
Μα τώρα, Πρίγκιπα, βουβός ασχάλλω.
Ελέησον. Με στίχους μη μ’ εμπαίξεις.

Σ’ εσένα, Μαύρε Πρίγκιπα, Εραστή,
που φλέγεσαι απ’ τη μελανή σου άλω,
του γυναικείου ζώου δαμαστή,
προσεύχομαι· μα τι να καταβάλω
στον οχεικό παραδομένος ζάλο
ως τίμημα… Τη νύχτα αυτή ας στέρξεις…
Το σώμα της. Δεν θέλω τίποτ’ άλλο.
Ελέησον. Με στίχους μη μ’ εμπαίξεις.

Πρίγκιπα, Εραστή και Ποιητή,
τις λέξεις σού αποδίδω που θα βγάλω
από το νικημένο μου κορμί
όπως μαζί μαραίνομαι και θάλλω.
Δεν θέλω πια ως Λόγος ν’ αναπάλλω.
Μα, Πρίγκιπα, γοργός ας με συντρέξεις.
Τον ποιητή γυρεύω ν’ αποβάλω.
Ελέησον. Με στίχους μη μ’ εμπαίξεις.

Πρίγκιπα, ηττήθηκα. Το πνεύμα εάλω.
Κι αν δεν μπορείς σ’ αυτή να μ’ επιστρέψεις,
ζητώ τουλάχιστον σιωπή – κι ας σφάλλω.
Ελέησον. Με στίχους μη μ’ εμπαίξεις.



© Θεοδόσης Βολκώφ

Δευτέρα, Αυγούστου 04, 2014

Σανδάλι θα ’θελα να είμαι απλό…


Σανδάλι θα ’θελα να είμαι απλό…

Oh, that I were a glove upon that hand
That I might touch that cheek!
W. Shakespeare

  Σανδάλι θα ’θελα να είμαι απλό
για να φιλώ το πέλμα σου
και με τη γη το σώμα σου να δένω
ενόσω γύρω σου θα δένομαι
σαν τον κισσό·

να ντύνω με το δέρμα μου
τη γύμνια του ποδιού σου, να φιλώ
τις φάλαγγες και την καμάρα
το μετατάρσιο, κατόπιν τον ταρσό
με τους σχεδόν πετρώδεις αστραγάλους·

 εντέλει μες στη σκόνη να φθαρώ
κι απ’ το περπάτημά σου που είναι τόσο
αέρινο και χθόνιο εν ταυτώ
κάτω απ’ τη φτέρνα σου
σανδάλι ταπεινό
τη φτέρνα σου φιλώντας να τελειώσω.



© Θεοδόσης Βολκώφ

Πέμπτη, Μαΐου 29, 2014

ΤΑ ΜΟΙΧΙΚΑ δ'

ΤΑ ΜΟΙΧΙΚΑ
δ’

Λύσε τα μαύρα σου μαλλιά
κι άσε το πράσινο ν’ αστράφτει
των δυο ματιών σου, τη θωριά
της γύμνιας ντύσου που με σκάφτει·

δείξε τα δόντια σου, Ομορφιά,
και μπήξε τα και γέψου το αίμα,
βγάλε τα νύχια τα γαμψά
και αφέσου στο δικό μου βλέμμα·

στάσου αντίκρυ μου ορθή,
πανέτοιμη για κάθε πάλη
και αυτάρεσκη, δεσποτική,

τίναξε πίσω το κεφάλι.
Σπεύσε, Ομορφιά. Τι περιμένεις.
Λάβε την όψη της Λεαίνης.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Κυριακή, Μαΐου 25, 2014

Είναι μια χώρα η Ελλάς...


Είναι μια χώρα η Ελλάς...
(Τραγούδι) 


Είναι μια χώρα η Ελλάς
που τη θαυμάζει ο κόσμος όλος·
εκεί ο Άρχοντας ραγιάς
είναι και θέμελο και θόλος.

Στα μέτρα του την έχει φτιάξει
κι έτσι μικρή και λιγοστή
τη βάζει γρήγορα σε τάξη
κάθε που πάει να σηκωθεί.

Είναι μια χώρα η Ελλάς
του κόσμου ηρώισσα δασκάλα·
εκεί ο Άρχοντας ραγιάς
πράττει μικρά λέει μεγάλα.

Στα μέτρα του την έχει κόψει
ο τσιφλικάς που μοιάζει αστός
και στου καθρέφτη του την όψη
πλεμπάγια έγινε ο λαός.

Είναι μια χωρά η Ελλάς
που γέννησε μια θεία Γλώσσα·
εκεί ο Άρχοντας ραγιάς
τα πάντα σκέφτεται σε γρόσα.

Στα μέτρα του την έχει φέρει
κι έτσι οι φτωχοί κι οι ταπεινοί
περνιούνται πάντα απ’ το μαχαίρι
όταν δεν παίρνουν το σπαθί.

Είναι μια χώρα η Ελλάς
της Ιστορίας παινεμένη·
εκεί ο Άρχοντας ραγιάς
ποτέ ποτέ του δεν πεθαίνει.



© Θεοδόσης Βολκώφ

Παρασκευή, Μαΐου 23, 2014

Canis lupus familiaris



Canis lupus familiaris


 Με το ένα μάτι καστανό,
τ’ άλλο γαλάζο
τον άνθρωπο φυλάσσω,
και κοιτάζω
τον λύκο να εφευρίσκει.

Πώς; – Σε φύλλα
γράφοντας κι όλο γράφοντας.
Νυστάζω.

Μπροστά του πέφτω και κοιμάμαι η σκύλα
και στ’ όνειρό μου μέσα δοκιμάζω
της γνώσεως τ’ απαγορευμένα μήλα.
Ξυπνώ.
Στη γλώσσα μου μιλώ
και ουρλιάζω.

Τον λύκο με τον σκύλο συνταιριάζω,
και του απευθύνομαι
 – Μου μοιάζεις και σου μοιάζω.


©
Θεοδόσης Βολκώφ

Σάββατο, Μαΐου 10, 2014

ΕΠΙΣΤΟΛΗ

ΕΠΙΣΤΟΛΗ


Ονόματα δεν παίρνει αυτό που ζούμε
έτσι όπως πλήρες έχει εγγραφεί
στην αθωότητα του γίγνεσθαι
και είναι αυτό που είναι
κρυφό και άδηλο και ανείπωτο
ουσία γυμνή
κι επίθετα χωρίς.

Δεν ψάχνω ονόματα λοιπόν να βρω σ’ εκείνο
που δίχως λέξεις δύναται ν’ ανθεί
και τα κορμιά μας έτσι να ψυχώνει
την ώρα που συμπλέκονται συσπώνται
δονούνται περιστρέφονται γυμνά
κι όταν υπάρχουν τόσο ή κατά τρόπο
που τίποτε άλλο πια δεν μένει να υπάρξει.

Δεν έχω ανάγκη να ονομάζω την αγάπη
τον έρωτά μου Έρωτα να πω
και στα χαρτιά μου να τον δω και να τον δείξω
να ψιθυρίσω ή να φωνάξω είναι αυτός·

να φέρω λόγια εκεί που όλα τα λόγια
δεν έχουν και δεν θα ’χουν εξουσία
να ονοματίσω όπως-όπως τη στιγμή
και τη ζωή αυτή να συνοψίσω
να υποκύψω πάλι σε ορισμούς
να πω πως έχω εκείνο που με έχει
και στο άτιτλο κατ’ εξοχήν να βάλω τίτλο.

Τι σημασία έχουν οι λέξεις πες μου
όταν ριζώνουμε έτσι στη σιωπή
και η σιωπή αδόκητα καρπίζει
κι όταν το μεταξύ μας είναι ρώμη
πράξη και δράση ενέργεια καθαρή
σημείο μηδέν απ’ όπου όλα αρχίζουν.

Ανώνυμο το ανώνυμο θ’ αφήσω
σε τόπο άτοπο εκεί να κατοικεί
και το άχρονο διαρκώς να επιστρέφει
και να 'ναι μες στη νύχτα η αστραπή.
Ανείπωτο το ανείπωτο θ’ αφήσω
και γιατί άγραφο θα βιωθεί
γι’ αυτό και απαράγραπτο θα μένει

γι’ αυτό και αφού τελειώσει
θα διαρκεί.



© Θεοδόσης Βολκώφ