Πέμπτη, Μαΐου 29, 2014

ΤΑ ΜΟΙΧΙΚΑ δ'

ΤΑ ΜΟΙΧΙΚΑ
δ’

Λύσε τα μαύρα σου μαλλιά
κι άσε το πράσινο ν’ αστράφτει
των δυο ματιών σου, τη θωριά
της γύμνιας ντύσου που με σκάφτει·

δείξε τα δόντια σου, Ομορφιά,
και μπήξε τα και γέψου το αίμα,
βγάλε τα νύχια τα γαμψά
και αφέσου στο δικό μου βλέμμα·

στάσου αντίκρυ μου ορθή,
πανέτοιμη για κάθε πάλη
και αυτάρεσκη, δεσποτική,

τίναξε πίσω το κεφάλι.
Σπεύσε, Ομορφιά. Τι περιμένεις.
Λάβε την όψη της Λεαίνης.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Κυριακή, Μαΐου 25, 2014

Είναι μια χώρα η Ελλάς...


Είναι μια χώρα η Ελλάς...
(Τραγούδι) 


Είναι μια χώρα η Ελλάς
που τη θαυμάζει ο κόσμος όλος·
εκεί ο Άρχοντας ραγιάς
είναι και θέμελο και θόλος.

Στα μέτρα του την έχει φτιάξει
κι έτσι μικρή και λιγοστή
τη βάζει γρήγορα σε τάξη
κάθε που πάει να σηκωθεί.

Είναι μια χώρα η Ελλάς
του κόσμου ηρώισσα δασκάλα·
εκεί ο Άρχοντας ραγιάς
πράττει μικρά λέει μεγάλα.

Στα μέτρα του την έχει κόψει
ο τσιφλικάς που μοιάζει αστός
και στου καθρέφτη του την όψη
πλεμπάγια έγινε ο λαός.

Είναι μια χωρά η Ελλάς
που γέννησε μια θεία Γλώσσα·
εκεί ο Άρχοντας ραγιάς
τα πάντα σκέφτεται σε γρόσα.

Στα μέτρα του την έχει φέρει
κι έτσι οι φτωχοί κι οι ταπεινοί
περνιούνται πάντα απ’ το μαχαίρι
όταν δεν παίρνουν το σπαθί.

Είναι μια χώρα η Ελλάς
της Ιστορίας παινεμένη·
εκεί ο Άρχοντας ραγιάς
ποτέ ποτέ του δεν πεθαίνει.



© Θεοδόσης Βολκώφ

Παρασκευή, Μαΐου 23, 2014

Canis lupus familiaris



Canis lupus familiaris


 Με το ένα μάτι καστανό,
τ’ άλλο γαλάζο
τον άνθρωπο φυλάσσω,
και κοιτάζω
τον λύκο να εφευρίσκει.

Πώς; – Σε φύλλα
γράφοντας κι όλο γράφοντας.
Νυστάζω.

Μπροστά του πέφτω και κοιμάμαι η σκύλα
και στ’ όνειρό μου μέσα δοκιμάζω
της γνώσεως τ’ απαγορευμένα μήλα.
Ξυπνώ.
Στη γλώσσα μου μιλώ
και ουρλιάζω.

Τον λύκο με τον σκύλο συνταιριάζω,
και του απευθύνομαι
 – Μου μοιάζεις και σου μοιάζω.


©
Θεοδόσης Βολκώφ

Σάββατο, Μαΐου 10, 2014

ΕΠΙΣΤΟΛΗ

ΕΠΙΣΤΟΛΗ


Ονόματα δεν παίρνει αυτό που ζούμε
έτσι όπως πλήρες έχει εγγραφεί
στην αθωότητα του γίγνεσθαι
και είναι αυτό που είναι
κρυφό και άδηλο και ανείπωτο
ουσία γυμνή
κι επίθετα χωρίς.

Δεν ψάχνω ονόματα λοιπόν να βρω σ’ εκείνο
που δίχως λέξεις δύναται ν’ ανθεί
και τα κορμιά μας έτσι να ψυχώνει
την ώρα που συμπλέκονται συσπώνται
δονούνται περιστρέφονται γυμνά
κι όταν υπάρχουν τόσο ή κατά τρόπο
που τίποτε άλλο πια δεν μένει να υπάρξει.

Δεν έχω ανάγκη να ονομάζω την αγάπη
τον έρωτά μου Έρωτα να πω
και στα χαρτιά μου να τον δω και να τον δείξω
να ψιθυρίσω ή να φωνάξω είναι αυτός·

να φέρω λόγια εκεί που όλα τα λόγια
δεν έχουν και δεν θα ’χουν εξουσία
να ονοματίσω όπως-όπως τη στιγμή
και τη ζωή αυτή να συνοψίσω
να υποκύψω πάλι σε ορισμούς
να πω πως έχω εκείνο που με έχει
και στο άτιτλο κατ’ εξοχήν να βάλω τίτλο.

Τι σημασία έχουν οι λέξεις πες μου
όταν ριζώνουμε έτσι στη σιωπή
και η σιωπή αδόκητα καρπίζει
κι όταν το μεταξύ μας είναι ρώμη
πράξη και δράση ενέργεια καθαρή
σημείο μηδέν απ’ όπου όλα αρχίζουν.

Ανώνυμο το ανώνυμο θ’ αφήσω
σε τόπο άτοπο εκεί να κατοικεί
και το άχρονο διαρκώς να επιστρέφει
και να 'ναι μες στη νύχτα η αστραπή.
Ανείπωτο το ανείπωτο θ’ αφήσω
και γιατί άγραφο θα βιωθεί
γι’ αυτό και απαράγραπτο θα μένει

γι’ αυτό και αφού τελειώσει
θα διαρκεί.



© Θεοδόσης Βολκώφ

Παρασκευή, Μαΐου 02, 2014

ΟΙ ΜΟΝΟΜΑΧΟΙ


ΟΙ ΜΟΝΟΜΑΧΟΙ


Διακόσια είκοσι κιλά μυώνες
τένοντες νεύρα όρχεις και οστά
συγκρούονται· 
στα χέρια τα σπαθιά
ενώ φυλάσσουν γύρω οι λεγεώνες
κι αποθαυμάζουν φρίσσοντας οι αιώνες
τα κάθιδρα και υπέρλαμπρα κορμιά
τα δύο ζώα 
τόσο αρσενικά
της ομορφιάς και του θανάτου εικόνες.

Οι θώρακες φουσκώνουν· 
κάθε φλέβα
σπάζει σχεδόν απ’ το αίμα που χτυπά
ενώ σε καθεμιά γυναίκα η Εύα
η Λίλιθ 
τα αιώνια θηλυκά

καθώς το μέταλλο τα χαρακώνει
και η μυρωδιά του αίματος απλώνει

κοιτούν τα μελλοθάνατα κορμιά

απ’ τις αρένας τότε τις εξέδρες
της Ιστορίας τώρα τις καθέδρες

με βλέμματα 
σχεδόν 
ερωτικά.

© Θεοδόσης Βολκώφ

Κυριακή, Απριλίου 27, 2014

Ο ΠΡΙΑΠΟΣ ΙΙ


Ο ΠΡΙΑΠΟΣ ΙΙ


Εμένα η καρδιά μου χτυπά στους βουβώνες.
Το κέντρο κεντρί μου μαζί και σκοπός
κι ανάλλαγος μένω αιώνες κι αιώνες,
τα σπέρματα εντός μου γενναίος λαός.

Τα στήθια, οι πλάτες, γλουτοί και λαγόνες…
Της σάρκας το θαύμα λατρεύω, και πώς
κινήσεις και στάσεις, τα νεύρα, οι μυώνες
στα μάτια μου αστράφτουν και γίνονται φως.

Ο Πρίαπος είμαι, του Κόσμου η οχεία,
του Έρωτα κτήνος, του Πάθους σκυλί,
αήττητη σκέψη και δράση αγρία,

ακράτητη πάντα και μαύρη ορμή –
το Σύμπαν μανίζω με γόνιμη βία
κι εκρήγνυμαι μέσα σε κάθε κορμί.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Τρίτη, Απριλίου 22, 2014

THE RAINS OF CASTAMERE (Οι Βροχές της Κασταμίρ)


ΤHE RAINS OF CASTAMERE
Οι Βροχές της Κασταμίρ


Και είπε αυτός, «Ποιος είσαι συ»,
περήφανος ο Άρχων,
«που μου ζητάς υποταγή;
Απ’ τη γενιά των γάτων

κρατώ κι εγώ, και μάθε το
ο λιόντας είναι λιόντας
τον πορφυρό ή τον χρυσό
μανδύα του φορώντας.

Τα νύχια μου είναι, Άρχοντα,
κι ας γίνει μάθημά σου,
και μακριά και κοφτερά
όσο και τα δικά σου».

Αυτά είπε κι έτσι μίλησε
της Κασταμίρ ο Άρχων,
μα τώρα η βροχή θρηνεί
στων ρημαγμένων κάστρων,

στων κάστρων του τις αίθουσες,
ναι, η βροχή όλο κλαίει,
όμως ψυχή δεν έμεινε
ν’ ακούσει αυτά που λέει.


GEORGE R.R. MARTIN
Μεταγραφή: Θεοδόσης Βολκώφ

Τρίτη, Απριλίου 15, 2014

H MΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΓΕΝΕΩΝ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΠΩΝ

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ
ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΓΕΝΕΩΝ
ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΠΩΝ


Ειρωνικά γελούσανε τα μάτια
κάθε που στρέφαμε στα περασμένα
το βλέμμα μας· καλύβια και παλάτια
τα βλέπαμε μπροστά μας γκρεμισμένα,
τα πλήθη των ανθρώπων γελασμένα
από ιδέες, δράσεις, πίστεις, πάθη,
και λέγαμε: Τα χρόνια μας χαμένα,
αν κάνουμε κι εμείς τα ίδια λάθη.

Μυριάδες ξεχυθήκαμε κομμάτια
για να σαρώσουμε κατεστημένα,
και ανοιχτά του ορίζοντα τα πλάτια
να δούμε, τα μυαλά λευτερωμένα,
τα ψεύδη όλα γύρω σωριασμένα
κι ο θάνατος να πούμε πως ετάφη,
μα ήταν τα χαρτιά σημαδεμένα
και κάναμε κι εμείς τα ίδια λάθη.

Διαλέξαμε μυστήρια μονοπάτια,
θελήσαμε τα χρόνια δοξασμένα,
καβαλικέψαμε πηγάσους κι άτια
με ονόματα καινούργια κι αλλαγμένα,
κηρύσσοντας παντού τη νέα γέννα,
εμάς, που ετοίμαζαν αιώνων βάθη
για να εκπληρωθούν τα υπεσχημένα,
μα κάναμε ξανά τα ίδια λάθη.

Πρίγκηπα, σού τ’ ορκίζομαι στην πένα
την ώρα ετούτη στο χαρτί που γράφει,
και να μας είχες τα σωστά γραμμένα,
θα κάναμε ξανά τα ίδια λάθη.


© Θεοδόσης Βολκώφ