Σάββατο, Αυγούστου 29, 2015

ΕΝΩ ΚΟΙΜΑΤΑΙ


ΕΝΩ ΚΟΙΜΑΤΑΙ
                                                                                      Tης Νίκης Καρατσάλου
                                                                           
Το αγαπημένο στήθος που αναπάλλει, 
ενώ κοιμάται ολόγυμνη, αργά, 
κι ο ιδρώτας της μετά την τόση πάλη 
στης ράχης της το χνούδι που κυλά. 
Κατόπιν, το λεπτό φλεβώδες χέρι, 
τα χείλη τα μισάνοιχτα, οι χυμοί 
που τρέξαν απ’ τ’ απόκρυφά της μέρη, 
των ξέπλεκων μαλλιών της η οσμή· 
κι ο αυχένας της το δάγκωμα που ξέρει 
και τα σημάδια σ’ όλο το κορμί. 
Της σάρκας το πανόραμα τελειώνει 
στη μέση, στη γαστέρα, στους γλουτούς, 
στο πόδι της που εξέχει απ’ το σεντόνι 
κι από του στρώματός της τους γκρεμούς. 


 © Θεοδόσης Βολκώφ

Πέμπτη, Ιουλίου 02, 2015

ΌΧΙ


Όχι

Ο τόπος ξαναγίνεται τρισένδοξο αλωνάκι
που το κυκλώνουν γίγαντες και το ξεσχίζουν δράκοι.
Ερρίφθη ο κύβος. Σας κρατούν σε σιδερένια απόχη.
Μα σαν ηχώ, κι από μακριά, αντιλαλούσε τ’ Όχι.

Ξανά ποια μοίρα κλείνεται σε ποια στενά μονάχη
και την ισκιώνουν φόβητρα και την πλακώνουν βράχοι;
Κράτος και Βία, οι Δυνατοί, θα ρίξουν φλογοβρόχι.
Μα σαν ηχώ, κι από παλιά, αντιδονούσε τ’ Όχι.

Νύχτα είναι ο κόσμος γύρω μου, κι εγώ αγρυπνώ βαθιά του.
Καθένας και τα όπλα του. Καθένας κι η μεριά του.
Θα σας συντρίψουν μέχρι ενός. Ζαρώστε σε μια κώχη.
Και σαν ηχώ, κι από βαθιά, αντιβροντούσε τ’ Όχι.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Τετάρτη, Μαΐου 06, 2015

Γιάννης Γκοβόστης - Μικρό ενθύμημα




Tον Γιάννη Γκοβόστη είχα την τύχη να τον γνωρίσω. Μια μέρα, μαθητής ακόμα, άνοιξα την πόρτα του παλαιού βιβλιοπωλείου των εκδόσεων επί της Ζωοδόχου Πηγής. Γύρευα τότε - και με το χαρτζιλίκι μου μόνο στην τσέπη - να αγοράσω τα άπαντα του Κωστή Παλαμά. Είχα μάθει ότι τα εξέδιδε εκείνος. Όταν τον πλησίασα και του είπα τι ζητούσα, μού απάντησε ότι εκείνη τη στιγμή δεν είχε στο κατάστημα ολόκληρη σειρά και ότι θα έπρεπε να φέρει μία από την αποθήκη. Μου είπε να περάσω την επομένη. Έτσι και έγινε. Την επομένη δεν βρήκα τον ίδιο, αλλά μία από τις κυρίες που εργαζόταν εκεί με πληροφόρησε ότι είχε πάει ο ίδιος στην αποθήκη και κουβάλησε τη βαριά κούτα με τα βιβλία, δίνοντας μάλιστα οδηγίες να μου δοθεί σε μια τιμή καθαρά συμβολική. Για ένα παιδί που δεν είχε πολλά χρήματα στην τσέπη αυτό δεν ήταν κάτι μικρό. Έφυγα από εκεί ενθουσιασμένος και γεμάτος ευγνωμοσύνη για τον άνθρωπο που, χωρίς να με ξέρει, μου έκανε περισσότερο καλό απ’ όσο ίσως μπορούσε και ο ίδιος να φανταστεί. Στον Γιάννη Γκοβόστη οφείλω παντοτινή ευγνωμοσύνη και για ένα ακόμα λόγο: για τον “Ζαν Κριστόφ” και τη “Μαγεμένη Ψυχή” του Ρομαίν Ρολλάν. Χάρις σ’ αυτόν γνώρισα αυτά τα δύο σπουδαία έργα, χάρις στον άνθρωπο που είχε την τολμη να τα εκδώσει και τη σοφία να μου τα προτείνει.
Το “ευχαριστώ” μου είναι δυστυχώς πολύ λίγο.
Εύχομαι οι δικοί του άνθρωποι να είναι καλά και να τον θυμούνται.

17-1-2007 

Θ. Βολκώφ

Πέμπτη, Απριλίου 23, 2015

Ποιος όμως είν' εκείνος που σπαράζει;




Σπαρασμός 


Γύρω η μαυρίλα, 
μέσα, η καρδιά μου. 
Στο πάτημά μου 
τρίζουν τα φύλλα.

Νερό, αργοκύλα! 
Στολίδια γάμου 
ξεσκίδια, χάμου.
Ἀνατριχίλα. 

Μέσ᾿στὸ βιβλίο 
σκυμμένα μάτια, 
και δὲ διαβάζω. 

Σιωπή, ἐρμιά, κρύο. 
Πέρα; Παλάτια… 
Σκοινιά. Σπαράζω. 

 Με πρώτη και καλύτερη την ιστοσελίδατου ΕΚΠΑ (http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/napolewn_lapa8iwths_poems.htm), όπου ανθολογείται ικανός αριθμός ποιημάτων Ελλήνων ποιητών, μεταξύ των οποίων και το ανωτέρω σονέτο, πλείστες όσες διαδικτυακές σελίδες (μπλογκ, φόρουμ, ποιητικές ανθολογίες, προσωπικές σελίδες στο facebook κτλ.) αναπαράγουν τον «Σπαρασμό», που φαίνεται να χαίρει κάποιας δημοφιλίας. Και γιατί όχι; Στο κάτω-κάτω έχουμε ενώπιόν μας ένα καθ’ όλα άρτιο ποίημα ως προς τη μορφή, τη ρυθμική του αγωγή και την εσωτερική του οικονομία. Ένα ποίημα που, συνεπές προς τον εαυτό του, μας δίνει ανάγλυφα αυτό που ο τίτλος του δηλώνει – τον σπαραγμό. Μέχρι εδώ όλα καλά και τίποτα το μεμπτό. 

 Ωστόσο, σε όλες τις σελίδες που φιλοξενούν το εν λόγω σονέτο ως δημιουργός του αναφέρεται ο πολύ αγαπητός ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης, που κατά κοινή ομολογία έχει χαρίσει στις γλώσσα μας μερικές από τις ωραιότερες λυρικές στιγμές της. Ακόμη και η ελληνική Βικιπαίδεια το περιλαμβάνει σε κατάλογο με ποιήματά του στο σχετικό λήμμα (http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%89%CE%BD_%CE%9B%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B8%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82). 

Μόνο που ο Λαπαθιώτης δεν έγραψε ποτέ κανένα ποίημα που να επιγράφεται «Σπαρασμός» και δεν χρησιμοποίησε ποτέ έναν τόσο ολιγοσύλλαβο στίχο σε κανένα του σονέτο. Αν δεν λαθεύω μάλιστα, χρησιμοποίησε αποκλειστικά τον πεντασύλλαβο σε ποίημά του μόνο μία φορά. 

Το μικρό ποίημα που μας απασχολεί, παρά τις τόσες διαδικτυακές αναφορές που μαρτυρούν περί του αντιθέτου, δεν είναι του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, αλλά του Κωστή Παλαμά. Εντάσσεται στον κύκλο των «Πεντασύλλαβων» και δεν αποτελεί το μοναδικό σονέτο στο οποίο ο Παλαμάς θα χρησιμοποιήσει αυτόν τον ακαριαίο, σχεδόν στενάχωρο και, παρά τα φαινόμενα, δύσκολο στίχο. Θα επαναλάβει το εγχείρημα όχι μία και δύο, αλλά τουλάχιστον δεκατέσσερις φορές ακόμη. Συνιστά δε και από τις χαρακτηριστικές στιγμές του περίφημου «κασσιανισμού»του. Το βιβλίο, το νερό, τα ξεσκίδια, το άθλιο «εδώ» και το μακρινό και πάντα απρόσιτο«πέρα», η έμφυτη και για τούτο ανεξήγητη ανημπόρια που αντιδιαστέλλεται τόσο έντονα προς το ιδανικό, τα άσπαστα δεσμά, όλα αυτά είναι στοιχεία που έρχονται και επανέρχονται στο έργο του, δηλωτικά μιας διάθεσης ψυχικής που εκφράζεται με διάφορες μορφές εντός του ποιητικού του σύμπαντος και καθ’ όλη τη διάρκεια του λυρικού του βίου. 

Παλαμάς λοιπόν και όχι Λαπαθιώτης εν προκειμένω. Το να αποδίδουμε το ποίημα του ενός στον άλλο αδικεί και τους δύο ποιητές. Και, αν μη τι άλλο, αυτή τη μικρή, την ελάχιστη μορφή δικαιοσύνης τούς την οφείλουμε. Την έχουν αμφότεροι κερδίσει. 

  
  Θ. Βολκώφ

Κυριακή, Φεβρουαρίου 22, 2015

VERSUS

VERSUS


Ελάτε, Στίχοι μου, να κάνουμε εχθρούς.
Δεν έχουμε ακόμη αυτούς που πρέπει·
μονάχα κάτι μισερούς και χλιαρούς·
έναν εσμό που σήπεται και έρπει.
Ελάτε, Στίχοι μου. Γενήτε μισητοί.
Στις αρετές του κόσμου σας ριχτείτε
σαν και το μαύρο –κι όλο λύσσα–- το σκυλί
κι ώσμε τα δόντια, Στίχοι μου, οπλιστείτε.

Κι ανίσως νιώσετε τον στείρο γλυκασμό
και τη μαυλίστρα ανίσως νιώσετε ειρήνη,
σκοτώστε τον, ποδοπατήστε την, κι εγώ
την αληθή θα σας διδάσκω απειροσύνη –
του Μίσους, Στίχοι μου, του Μίσους που ρυθμό
πολεμικότατο σε νου και πράξεις δίνει,
Στίχοι από μέταλλο –κυκλώπειο και σκληρό–
κι απ’ την τραχιά που με συνέχει μνημοσύνη.

Το ίδιο τ’ όνομά σας το δηλοί,
το σταθερό εκείνο εναντίον·
ουσία σας και πράξη και οφειλή
το versus και το adversus των ανδρείων.

Ελάτε, οι Στίχοι μου, τη μια με καλπασμούς,
την άλλη σαν τους κλέφτες, σαν φονιάδες,
σαν πυρκαγιά που απλώνει στους αγρούς
και σαν τους λύκους πάνω στις αρνάδες.
Ελάτε, Στίχοι μου, να κάνουμε εχθρούς,
ελάτε πάλι με όλους τους ανέμους
και πάλι ελάτε με όλους τους σεισμούς,
ελάτε για να κάνουμε πολέμους.



© Θεοδόσης Βολκώφ

Πέμπτη, Νοεμβρίου 06, 2014

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ
 ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

 Του Ααρών Μνησιβιάδη

Μια προσευχή να πω. Μια προσευχή,
βγαλμένη απ’ των βουβώνων μου τον σάλο
κι από των σπλάχνων μου την ταραχή.
Με τη σπασμένη μου φωνή να ψάλω
αυτό που υπήρξε ανέλπιστα μεγάλο
και γέννησε τον Ίμερο της Λέξης…
Μα τώρα, Πρίγκιπα, βουβός ασχάλλω.
Ελέησον. Με στίχους μη μ’ εμπαίξεις.

Σ’ εσένα, Μαύρε Πρίγκιπα, Εραστή,
που φλέγεσαι απ’ τη μελανή σου άλω,
του γυναικείου ζώου δαμαστή,
προσεύχομαι· μα τι να καταβάλω
στον οχεικό παραδομένος ζάλο
ως τίμημα… Τη νύχτα αυτή ας στέρξεις…
Το σώμα της. Δεν θέλω τίποτ’ άλλο.
Ελέησον. Με στίχους μη μ’ εμπαίξεις.

Πρίγκιπα, Εραστή και Ποιητή,
τις λέξεις σού αποδίδω που θα βγάλω
από το νικημένο μου κορμί
όπως μαζί μαραίνομαι και θάλλω.
Δεν θέλω πια ως Λόγος ν’ αναπάλλω.
Μα, Πρίγκιπα, γοργός ας με συντρέξεις.
Τον ποιητή γυρεύω ν’ αποβάλω.
Ελέησον. Με στίχους μη μ’ εμπαίξεις.

Πρίγκιπα, ηττήθηκα. Το πνεύμα εάλω.
Κι αν δεν μπορείς σ’ αυτή να μ’ επιστρέψεις,
ζητώ τουλάχιστον σιωπή – κι ας σφάλλω.
Ελέησον. Με στίχους μη μ’ εμπαίξεις.



© Θεοδόσης Βολκώφ