Δευτέρα, Νοεμβρίου 12, 2018

ΟΦΙΣ ή μονόλογος ενός φιδιού, του Γιώργου Βαρθαλίτη


Συνεχίζοντας το μικρό αφιέρωμα στην ποίηση του Γιώργου Βαρθαλίτη, παρουσιάζουμε σήμερα ένα ποίημα… οφιακό, τουτέστιν φιδίσιο. Κι αν η γνωστή κοινολεξία λέει «μην πάει ο νους σας στο κακό», στην προκειμένη περίπτωση εκεί ακριβώς πρέπει να πάει.

Διότι ήρωας του ποιήματος δεν είναι άλλος από τον πανάρχαιο Όφι του Κακού. Εκείνον που έκανε αν όχι την πρώτη, πάντως την πιο επίσημη και αλησμόνητη εμφάνισή του στην παγκόσμια γραμματεία μέσα από τις σελίδες της βιβλικής Γενέσεως. Έκτοτε δεν έχει πάψει να σωρεύει αναρίθμητα δεινά στους ανθρώπους, καθώς θέλουν διάφορες δοξασίες, αλλά και να αιχμαλωτίζει διαχρονικά τη φαντασία τους όπου γης.

Ως ήρωας λογοτεχνικός είναι από τους πλέον μυριώνυμους και έχει γνωρίσει πάμπολλες ενσαρκώσεις. Ως αντικείμενο της ζωγραφικής και της γλυπτικής πάλι, έχει λάβει αναρίθμητες μορφές. Και φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει από το θέατρο, την όπερα και την οπερέτα. Στο δε κινηματογραφόφιλο κοινό έχει ουκ ολίγες φορές προκαλέσει τη φρίκη.

Από Tο βιβλίο του Ιώβ μέχρι την Κόλαση του Δάντη και από τον Χαμένο παράδεισο του Μίλτον μέχρι τους Φάουστ του Μάρλοου και του Γκαίτε, από Το τέλος του Σατανά του Ουγκώ μέχρι Tα άνθη του Κακού του Μπωντλαίρ και τον Δαίμονα του Λέρμοντωφ, και φυσικά σε λαϊκούς θρύλους και παραμύθια, με πολλές ενδιάμεσες και μεταγενέστερες εμφανίσεις, η παρουσία του Διαβόλου είναι συνεχής και αδιάλειπτη.

Για περισσότερα, ο αναγνώστης μπορεί να συμβουλευτεί το εξαιρετικό κείμενο Vada Retro Me, Satana του Βάσου Γεώργα.

Πρόκειται πάντως για τον μακροβιότερο λογοτεχνικό, και όχι μόνο, ήρωα όλων των εποχών. Ο αρχέγονος Όφις, αείποτε ξορκιζόμενος και εσαεί παρών, σε μία εντελώς πρόσφατή του ενσάρκωση διά χειρός Γιώργου Βαρθαλίτη.

Το ποίημα δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά.

ΟΦΙΣ
ή μονόλογος ενός φιδιού

Ακούστε με κι αφουγκραστείτε
και μάθετε ποιος είμαι, ποιος!
Εγώ ’μαι αυτός π’ εσείς μισείτε,
το φίδι, ο δράκος, ο σκορπιός!

Φριχτό δεν ήμουν πάντα τέρας,
πλάστηκα αρχάγγελος φωτός,
μα θέλησ’  όλων ο πατέρας
να σέρνομαι φολιδωτός.

Δεν υποτάχτηκα στο νόμο
και σε σατράπη προσταγή,
ποτέ δεν έσκυψα τον ώμο
καθώς αυτοί που τρέφει η γη.

Κι αν στου Ταρτάρου τους χειμώνες
γκρεμίστηκα απ' τους ουρανούς,
στου παραδείσου τους λειμώνες
μ’ ανέβασε ο τρανός μου νους!

Στης Γνώσης το δεντρί θρονιάζω,
χρυσό σμαράγδι και στιλπνό,
και με τους κρίκους μου κουρνιάζω
στο φύλλωμά του το πυκνό,

και μοναχός μου καμαρώνω
και με πυρώνει η πρώτη ορμή,
ακόμα κι όταν μαρμαρώνω
στο σερπετό μου το κορμί.

Καθώς τοπάζι και βηρύλλιο
και σαν ασήμι παγερό
το δέρμα μου σ’ ανέσπερ’ ήλιο
αστράφτει μέταλλο γερό.

Κι είναι η ματιά μου σα ρουμπίνι,
φωτιά που πάγωσε καυτή,-
φωτιές της Κόλασης ξεπίνει
η γλώσσα μου η διχαλωτή.

Αντί για πύριν’ ακινάκη
κι αντί για αγγελικά φτερά,
κρατώ στο στόμα μου φαρμάκι
και δόντια δείχνω κοφτερά.
----
Μα ποιά  ’ναι αυτή που βλέπω μπρός μου
και στ’ άνθη περπατά γυμνή;
Είναι η βασίλισσα του κόσμου
που η φύση ολάκερη ανυμνεί;

Μαλλιά στους ώμους που κυλάτε,
κορμί της ίδιας της αυγής,
και μάτια που φεγγοβολάτε,
Εδέμ μου σάρκινη της γης!

Μέτωπο, χείλη και καμπύλες,
πόδια και χέρια και μηροί,
κρυφές του παραδείσου πύλες,
φιδιών λαχτάρα τολμηρή!

Όλες τις λάγνες σου κρυψώνες
βαθιά να ψάξω λαχταρώ
και να σου κλείσω τις λαγόνες
μ' αγκάλιασμα σφιχτό, πυρό!

Και πως ποθώ -λιγάκι στάσου!-
στα πόδια σου να κυλιστώ,
να με πατούν τα πέλματά σου,
φίδι σου νάμαι εγώ πιστό!

Θεριεύουν μέσα μου άγριοι πόθοι
και χύνουν στ’ αίμα μου φωτιά
για αυτήν που μέσα της δε νιώθει
αγάπης καν σταλαγματιά.

Ανήλεο που με καίει καμίνι!
Γιαγκίνι που με τρώει σκληρό!
Σε λίγο πια θα μου ξεμείνει
κούφιο το δέρμα μου, ξερό!

Τ’ Αδάμ χαρίζεις τα φιλιά σου
και με λογιάζεις για λειψό-
Πως είμαι ο Βελζεβούλ στοχάσου
και ξολοθρεύω ό,τι μισώ!

Κι είμαι ο Βελίαρ κι είμαι ο Άμμων
κι ο τρισκατάρατος Σατάν-
στα βάθη πύρινων θαλάμων
άβγαλτα νήπια μου πετάν!

Κι εγώ ’μαι ο βασιλιάς των δόλων
που φαρμακώνουν την καρδιά-
με τη μορφή χρυσών ειδώλων
θα σου σκλαβώσω τα παιδιά!

Το πιο καλά δολώματά μου
θα στήσω, βρόχια και σκοινί,
κι η αγνή ψυχή σου, ω έρωτά μου,
σε λίγο εμέ θα προσκυνεί!

Κοίταξε ανάμεσα στα φύλλα,
που ακούς ενός φιδιού μιλιά,
και δες πώς λάμπουνε τα μήλα
στου παραδείσου τη μηλιά!

Έλα, καλή μου, μη φοβάσαι
και μη σκιαχτείς την εντολή!
Θεά σ’ αυτόν τον κήπο θα ’σαι
κι όλη η ζωή σου ανατολή!

Τα δάχτυλά της πώς σηκώνει
να κόψει το χρυσό καρπό!
Πώς μ' άσπρα δόντια τον δαγκώνει!
Τον δόλιο μου έφτασα σκοπό!

Τώρα στα Τάρταρα κατέβα,
που η μαύρη Νύχτα μόνο ζει,
γυναίκα μου να γίνεις, Εύα,
και να γιορτάζουμε μαζί!

Άγγελος

Μόνος τα Τάρταρα κατέβα,
εκεί βαθιά ν’ αφανιστείς!
Στη γην αυτή θα μείνει η Εύα
για να τη σώσει ο Λυτρωτής!

Γιώργος Βαρθαλίτης



Σάββατο, Νοεμβρίου 03, 2018

Πάνθεια, του Γιώργου Βαρθαλίτη



Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου Πάνθεια: μια ιστορία από τον Ξενοφώντα, σε μετάφραση και επιμέλεια Σωκράτη Λ. Σκαρτσή, διαβάζουμε:  «Το πρόσωπο της Πάνθειας, από την «Κύρου Παιδεία» του Ξενοφώντα, είχε συγκινήσει τους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους. Σ' αυτό το βιβλίο ξεχωρίστηκαν και συντέθηκαν όλα τα σχετικά αποσπάσματα και το αποτέλεσμα ήταν μια όμορφη ιστορία, που συνδυάζει μερικά απ' τα πιο σπουδαία θέματα ενός ολοκληρωμένου αφηγήματος: έρωτα, πίστη, θυσία, πόλεμο, ζωντανό διάλογο κ.ά. Και όλα αυτά σε μια λεπτή, άνετη αττική γλώσσα».

Ο συγκαιρινός μας ποιητής Γιώργος Βαρθαλίτης, ακολουθώντας καταλεπτώς, κατά δήλωσή του, τον Ξενοφώντα, δίνει τη δική του στιχηρή εκδοχή της εν λόγω ιστορίας. Παράλληλα συμβάλλει –και με αυτό του το ποίημα– στην ανανέωση ενός παραγκωνισμένου στις μέρες μας λογοτεχνικού είδους: αυτού της αφηγηματικής ποίησης.

Το ποίημα του Γιώργου Βαρθαλίτη παρουσιάζεται εδώ για πρώτη φορά.

ΠΑΝΘΕΙΑ

Ακούστε αυτή την ιστορία
απ’ την αρχαία την Περσία
για την αγάπη που τ’ αντρός της
–άσβηστη φλόγα και ταγός της–
κρατούσε μια γυναίκα, η Πάνθεια,
αυτή το ρόδο μέσα στ’ άνθια.
Πύργωνε τότε σαν τον ήλιο
με σκήπτρο αδάμαστο βασίλειο
ο πρώτος Κύρος ο μεγάλος,
του κόσμου σίφουνας και σάλος:
τον τίγρη της Ασσούρ νικούσε
και κάστρα απόρθητα πατούσε –
οι οπλές τ’ ατιού του βγάζαν σπίθες
πάνωθε απ’ άγριους Ταυροσκύθες.

***

Στην Πάνθεια να ξανάρθουμε όμως
του τραγουδιού μου θέλει ο νόμος.
Πολλοί στον πόθο της δουλέψαν
μα μαύρα δάκρυα μόνο δρέψαν.
Κι ο πιο τρανός κι αν τη λιμπίστη,
δεν της εδάμασε την πίστη.
Βράχος η πίστη της και πέτρα
που δεν τον έφτανε φαρέτρα.
Μονάχα για τον Αρδαβάτα
κρατούσε κι ομορφιά και νιάτα.
Αλλ’ έτσι το ’φερε η κατάρα,
που για της μάχης την αντάρα
και το μεγάλο βασιλιά του
έβαλε κάτω τη φιλιά του.
Μα τον αγάπησε για τούτο
του Κροίσου πιότερο απ’ τον πλούτο
και πήγε να τον προβοδήσει,
προτού στ αμάξι του κινήσει.
Κι η θραψερή σαν αμαζόνα
του χάρισ’ άλικο χιτώνα
και τού ’δωκε όλη καμωμένη
από χρυσό και πλουμισμένη
στολή, να λάμπει σαν αστέρι
μες του τρανού στρατού τ' ασκέρι.
Μα αν νάρδο ευώδαγε και μύρα,
του μίλησε σκληρά σα μοίρα:
«Για σε, του πειρασμού νικήτρα,
του στήθους μου φυλώ τα κίτρα
και τον χρυσό μου απ’ το Μισίρι
τον έλιωσα στο χωνευτήρι,
τι είσαι το μόνο μου στολίδι
και τ’ άλλα τα ’χω για σκουπίδι.
Βάλε στο μπράτσο σου σφραγίδα
κι έχε τα λόγια μου για ασπίδα:
κάλλιο να μού ’ρτεις πεθαμένος
παρά κιοτής και ντροπιασμένος».
Μα ως ήτανε κι αυτός λιοντάρι,
της λέει κρατώντας το κοντάρι:
«Η φλόγα σου στ’ αδρό κορμί μου
θεριεύει πια τη δύναμή μου.
Πρώτος θα  ορμήσω σα γεράκι
στων αντιπάλων το χαράκι.
Αντάξια σου, ομορφομαλλούσα,
θα πολεμήσω για τα Σούσα».
Και τότε πέφτει η πλανταγμένη
στην αγκαλιά του ευτυχισμένη.
Αγκαλιασμένοι μείναν ώρα,
κι ίσως να μέναν ως τα τώρα
–τι είχε κολλήσει σαν το στρείδι–,
αν δεν τον φώναζαν οι Μήδοι.
Μιας και δεν μπόρειε να κρατήσει
τον πούχε αχόρταγα αγαπήσει,
χίμηξε ακράτητη ν’ αδράξει
το φωτεινό, γοργό του αμάξι
και πρι να φύγει από μακριά της
το σκέπασε με τα φιλιά της.

***


Μα από τη μάχη τη μεγάλη
νεκρό τον φέραν πίσω πάλι
με το κορμί  του τσακισμένο
και μέσα στ' αίμα βουτημένο,
τι της Αιγύπτου τα ξεφτέρια
τον πετσοκόψαν με μαχαίρια.
Κι ως κλαίει αϊτίνα τα παιδιά της
για τ’ έργατο έσκουξε της Άτης.
Θαρρείς, μετά, σαν Ίσιδα άλλη,
και με σκυμμένο το κεφάλι
συνάρμοσε το κάθε μέλος
και τ’ ασπαζόταν δίχως τέλος
και πιότερο έκλαιγε να ράνει
εκείνο που την είχε ευφράνει.
Τ’ αγαπημένο σώμα ως κλαίει,
στη συνοδιά της τέτοια λέει:
«Μουνούχοι, αφήστε με, και βάγια,
τα δάκρυα μου να χύσω τ’ άγια».
Σαν την αφήσαν στον καημό της,
του λέει το λόγο το στερνό της:
«Έρχομαι στ’ Άδη το νυμφώνα,
μαζί σου νάμαι στον αιώνα!»
Τότε στον κόρφο του πλαγιάζει
και το κορμί της μόνη σφάζει.
Μα μες τη βραδινή γαλήνη
σαν ήρταν οι μουνούχοι εκείνοι
κι είδαν πως σφάχτηκε η κυρά τους,
σφαχτήκανε με τη σειρά τους!

Γιώργος Βαρθαλίτης

Δευτέρα, Αυγούστου 20, 2018

Ο μύθος και ο στίχος



O μύθος και ο στίχος
Για την ποιητική συλλογή «'Ισις» του Γιώργου Βαρθαλίτη

«Τoν ποιητήν δέοι, είπερ μέλλει ποιητής είναι, ποιείν μύθους, αλλ’ ου λόγους», φθέγγεται ο Πλάτων. Για τον αρχαίο φιλόσοφο, ο ποιητής είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα ο κατ’ εξοχήν μυθολόγος. Δεν είναι απλώς ο διά των λέξεων πλαστουργός στιβαρών μορφών αλλά ο υψηλόφρων δημιουργός μύθων. Ως εκ τούτου, όποτε παίρνει τον λόγο, μας μιλά μέσω λεκτικών εικόνων, ήχων και ρυθμών, και πρωτίστως μέσω συμβόλων, όχι διά συλλογισμών και λογικών επιχειρημάτων. Γι’ αυτό και το νόημα της εκάστοτε ποίησης δεν μπορεί να αρθρωθεί πλήρως με κανέναν άλλο τρόπο και αστοχούμε οικτρά κάθε φορά που θέλουμε να εξηγήσουμε καταλογάδην «τι λέει το ποίημα».
Το πλατωνικό αυτό πρόταγμα δείχνει να ενστερνίζεται ο Γιώργος Βαρθαλίτης από τα πρώτα του ποιητικά βήματα. Έκτοτε το ακολουθεί εκθύμως και με εντυπωσιακή συνέπεια μέχρι την πιο πρόσφατη κατάθεσή του, την ολιγοσέλιδη αλλά περιεκτική ποιητική συλλογή που τιτλοφορείται σις.
«Το ποιητικό αυτό βιβλίο φιλοδοξεί να ανασυστήσει μιαν απ’ τις πιο γοητευτικές μορφές της προχριστιανικής θρησκευτικότητας: την Ίσιδα, την Θεοτόκο του αρχαίου κόσμου», διαβάζουμε δίκην επισημείωσης στο οπισθόφυλλο του καλαίσθητου τομιδίου. Ώστε ηρωίδα του έργου δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια αρχαία θεά κι εμείς ειδοποιούμαστε ότι, αν προχωρήσουμε στην ανάγνωση, θα εισέλθουμε στην ανεξάντλητη και μυστηριακή επικράτεια του μύθου.
Η αρχιτεκτονική του βιβλίου απλή και εύληπτη. Η ύλη χωρίζεται σε τρεις ενότητες. Τη μεν πρώτη απαρτίζουν επτά σονέτα, τη δεύτερη τρεις ωδές και την τρίτη επτά «εικόνες», όπως τις χαρακτηρίζει ο ποιητής. Για ένα βιβλίο που εδράζεται κατά τεκμήριο στη ζωογόνο γαία των συμβόλων, είναι μάλλον βάσιμο να εικάσουμε ότι και η χρήση των ιερών αριθμών «τρία» και «επτά» δεν μπορεί να είναι τυχαία, ότι και τούτη κρύβει μια σημασία εσώτερη. Όπως και να ’χει, η ορατή αυτή συμμετρία είναι –αν μη τι άλλο– τερπνή, έστω κι αν ο βαθύτερος συμβολισμός της ενδεχομένως μας διαφεύγει. 
Άπαντα τα ποιήματα έχουν γραφτεί σε αυστηρές μορφές. Κυρίαρχος στίχος είναι ο ίαμβος και σταθερή επιλογή η ρίμα. Οι τεχνικές λεπτομέρειες ωστόσο δεν πρόκειται να μας απασχολήσουν περαιτέρω. Ο Γιώργος Βαρθαλίτης εξάλλου είναι τεχνίτης δοκιμασμένος. Τη μαστορική της έμμετρης στιχουργίας την κατέχει σε βάθος, όπως καταφαίνεται από τις μέχρι σήμερα ποιητικές του εργασίες – τα πρωτογενή του ποιήματα αλλά και τις πολλές του μεταφράσεις. 
Δεν είναι η πρώτη φορά που η μορφή της σιδας απασχολεί τον ποιητή. Την απαντάμε ήδη στο Solstitium, το πρώτο του βιβλίο, όπου της αφιερώνει τρία σονέτα, για να συνεχίσει στη Νουμηνία με δύο ακόμη ισιακά, όπως επιγράφονται, ποιήματα. Παραθέτουμε το δεύτερο, ένα ιδιότυπο πλην έξοχο μεγαλυνάριο, από αυτά που αφθονούν στην ποίησή του.

Μητέρα της νυχτός και της γαλήνης
Μητέρα της πλουτώνιας σιγής
Μητέρα που την κτίση μεγαλύνεις
απ’ τ’ άστρα μέχρι τα έγκατα της γης

Μητέρα και νεκρών εσύ και ζώντων
Μητέρα που συνθλίβεις ξαφνικά
και τις στερνές γραμμές των οριζόντων
Μητέρα που ούτε ο Άδης δε νικά,

την αστρική σου σκόρπισε τη δίνη
που αποχωρίζει σώμα και ψυχή
η δνοφερή πνοή σου ας μη βραδύνει
και να μην πάψει ο σάλος σου να ηχεί.

(«Ισιακόν ΙΙ», Νουμηνία)

Από τον ισιακό τούτο σάλο δείχνει να διακατέχεται σταθερά ο Γιώργος Βαρθαλίτης. Ας παραβάλλουμε το ανωτέρω ποίημα με το τέταρτο σονέτο της σιδος, τους «Χαιρετισμούς» που με θέρμη απευθύνει ο ποιητής στη θέαινά του. Διαπιστώνουμε ότι τα δύο ποιήματα διατρέχει κοινή πνοή και πως τελικά ενώπιόν μας εκτυλίσσεται  η ίδια λυρική ουσία. Το λεκτικό, ο τρόπος της θεματικής ανάπτυξης, οι αλλεπάλληλες προσφωνήσεις με τα προσωνύμια που διέσωσε η παράδοση, όλα υποδηλώνουν ότι το ένα ποίημα αποτελεί οργανική συνέχεια του άλλου.

Χαίρε, των Θεών αρχέγονη Μητέρα,
Αρτέμιδα και Δίκτυννα και Ρέα –
χαίρε, σεμνή, πανδότειρα κι ωραία,
αγέρωχη, χθονία κι αμβροτέρα –

χαίρε, ολβιόδωρε έμψυχε αμφορέα,
χαίρε, σεπτή, δικέρατη, υπερτέρα –
χαίρε, των ουρανών η πλατυτέρα
και δάδα των μυστών στην Τιθορέα!

Χαίρε, μες στ’ αποτρόπαια βάραθρ’ όπου
σ’ αβυσσοτόκα θρόνιασες ερέβη
που δεν τα ξεδιαλύνει μάτι ανθρώπου!

Και χαίρε, εσύ γεννήτρα και χαλάστρα,
που η σιγαλιά απ’ των ουρανών σου τ’ άστρα
τους μαύρους πυρετούς μας ημερεύει!

(«ΙV», Ίσις)

Αλλά τα ίδια στοιχεία απαντάμε και στο ομότιτλο της σιδος ποίημα από τη συλλογή Σειράχ, σε στίχο ελευθερωμένο αυτό, που μετρικά τουλάχιστον μοιάζει να έλκει την καταγωγή του από τις Συνειδήσεις του Άγγελου Σικελιανού. Κι εδώ πάλι οι κλητικές προσφωνήσεις παρατίθενται σωρηδόν.

Περιβλημένη
τον αστρικό σου τον χιτώνα
πώς ξάφνου ορθώνεσαι μπροστά μου!

Μυριώνυμε Ίσις,
Μεγάλη Θεά και Παντοκράτωρ
του Όσιρι Νυμφία,
που έπλασες πάλι
το σπαραγμένο του το σώμα!
Ίσις-Αστάρτη, των ερώτων Θεσμοθέτι!

Ανώτερη απ’ την Ειμαρμένη,
Ίσιδα-Τύχη, Νέμεσις και Νίκη!

Ίσις-Υγεία, Σώτειρα κι Επήκοε!

Κυρία των ουρανών και των ανέμων,
Κυρία των θαλασσών γαλήνια,
Εύπλοια και Πελαγία!

Τώρα κι εγώ
ακολουθώντας τη μεγάλην έξοδό σου
μες την πομπή των ιερέων και των μυστών σου
θα δω το πλοίο σου με τα πανιά ανοιγμένα
να χάνεται στη θάλασσα του ζόφου!

Και μες στη νύχτα τη δική σου
θα δω τον ήλιο της αγάπης σου να λάμπει!

(«Ίσις», Σειράχ)

Όλο το έργο του Γιώργου Βαρθαλίτη βρίθει από εξωτικά τοπωνύμια και μυστηριακά θεωνύμια, μικρές εστίες λυρικής πύκνωσης γύρω από τις οποίες οργανώνονται οι στίχοι του. Λέξεις που ηχούν σχεδόν σαν μαγικές, απόηχοι κόσμων που είναι βυθισμένοι στην αχλύ του θρύλου και του μύθου, ασκούν ακαταμάχητη γοητεία στη φαντασία του και κατακλύζουν την ποίησή του. «Εκάτη, Αστάρτη, Βερεκύνθια, Ίσις», διαβάζουμε σ’ έναν άλλο λαμπρό ενδεκασύλλαβο. 
Μέσα στη μεγάλη πομπή των ιερέων και των μυστών της σιδας, ο ποιητής ενδύεται με τη σειρά του τα ιερατικά άμφια και αναπέμπει έναν ακόμη ύμνο σε αναβαθμούς. Μέσω της πληθώρας των ύμνων και των ωδών του, ο σύγχρονος υμνωδός επιχειρεί την επανασύνδεση με την πάλαι ποτέ κραταιά παράδοση της υμνογραφίας και επαναφέρει στον ορίζοντα της ποίησής μας κάτι που είχε ουσιαστικά εκλείψει: το θρησκευτικό εγκώμιο.
Διότι αυτό εντέλει είναι και η Ίσις, ένας σπονδυλωτός ύμνος προς τη μεγάλη θεά που τόσο κεντρική θέση κατέλαβε στη λατρεία των λαϊκών κυρίως κοινωνικών στρωμάτων κατά την αιγυπτιακή και όχι μόνον αρχαιότητα. Γι’ αυτό εξάλλου ο τόνος αυτής της ποίησης είναι ιδιαιτέρως υψηλός, διαμετρικά αντίθετος προς τη χαμηλόφωνη κυρίως στιχουργία του καιρού μας. Ο υμνογράφος μεγεθύνει, τονίζει, υπογραμμίζει και ξαναϋπογραμμίζει, αφού αυτό επιβάλλει το ίδιο του το θέμα.
Εκεί ακριβώς, στις εγγενείς ιδιότητες του ύμνου, θα πρέπει να αποδοθεί και η σχετική στατικότητα που εν μέρει  χαρακτηρίζει τα ποιήματα της συλλογής, τόσο τα ακραιφνώς ισιακά των δύο πρώτων ενοτήτων όσο και τις προσφυώς επιγραφόμενες «Εικόνες». Ο ύμνος αποτελεί πρωτίστως την κορυφαία λατρευτική εκδήλωση του ανυμνούντος· σπανίως αφηγείται καταλεπτώς περιστατικά από τον βίο του ανυμνούμενου, και όταν το κάνει, τούτο γίνεται μόνο παρεμπιπτόντως.
Είναι προφανές πως η σις, όπως και ολόκληρο το ποιητικό έργο του Γιώργου Βαρθαλίτη, θεμελιώνεται σε μια θηριώδη αρχαιογνωσία, προϊόν πολυετούς και παθιασμένης μελέτης κειμένων που ο μέσος αναγνώστης των ημερών μας αγνοεί. Τα αρχαιόθεμα ποιήματα καταλαμβάνουν ασυνήθιστα μεγάλο μέρος της στιχουργίας του, μεγαλύτερο ίσως απ’ ό,τι σε οποιονδήποτε άλλο δημιουργό της γενιάς του.  
Ο Γιώργος Βαρθαλίτης, δεν υπάρχει αμφιβολία πάνω σε αυτό, είναι κατά βάσιν ποιητής βιβλιακός. Στην περίπτωσή του, η φιλολογική γνώση γίνεται το κύριο έναυσμα για την ποιητική πράξη. Διαλέγεται συστηματικά με συγγραφείς και κείμενα από ολόκληρο το φάσμα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, ξεκινώντας από τον Όμηρο και φτάνοντας μέχρι τις μέρες μας. Αρχαίοι Έλληνες και Λατίνοι συγγραφείς, η Βίβλος, Βυζαντινοί υμνογράφοι, Γερμανοί και Γάλλοι συμβολιστές και ασφαλώς η ελληνική ποίηση των τελευταίων δύο αιώνων λειτουργούν συχνότατα ως καύσιμη ύλη για την εκτύλιξη της δικής του γραφής. Το αξιοσημείωτο είναι το ότι στις περισσότερες περιπτώσεις κατορθώνει να μετουσιώσει, χωρίς μεγάλες απώλειες, όλη αυτή τη βιβλιογνωσία σε θαλερή λυρική ποίηση. Κατά συνέπεια, μπορούμε να χαρούμε τα ποιήματά του, ακόμη και αν δεν είμαστε εξοικειωμένοι με τις πηγές τους. Η αναγνωστική μας απόλαυση ωστόσο είναι βέβαιο ότι θα πολλαπλασιαστεί, αν ανατρέξουμε σε αυτές που ο ίδιος ο ποιητής φροντίζει να υποδεικνύει εντίμως στα πεζά σημειώματα που συνοδεύουν τα ποιητικά του βιβλία.
Παράλληλα, χάρη στον τρόπο με τον οποίο πραγματεύεται το εκάστοτε θέμα του, η περιβόητη «διακειμενικότητα», που αφελώς νομίζουμε ότι ανακαλύφθηκε επί των ημερών μας, αποκαθίσταται στο αληθινό της νόημα. Παύει να είναι η επιπόλαια και εξόφθαλμη, σχεδόν τυχοδιωκτική κάποτε, παραπομπή στην επιφάνεια των κειμένων που προβάλλονται κατά την παρούσα συγκυρία από την αγορά. Γίνεται ξανά ο ουσιαστικός διάλογος με το πνεύμα των κειμένων εκείνων που συνδέονται οργανικά με τον προσωπικό πνευματικό προσανατολισμό του ποιητή και τις αυθεντικές του ανησυχίες.
Για όποιον Έλληνα ποιητή ορέγεται το ύψος του μύθου, και ο Γιώργος Βαρθαλίτης είναι από αυτούς, η συνάντηση και μάλιστα η συμβίωση με την ποίηση του Άγγελου Σικελιανού είναι αναπόφευκτες. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν το ότι ο ποιητής αφιέρωνει τις τρεις ισιακές του ωδές στη μνήμη του Σικελιανού, «του τελευταίου Ευρωπαίου μυθικού ποιητή του μεγέθους του Χαίλντερλιν και του Μπλέικ», κατά τη ρήση του στοχαστή Κώστα Παπαϊωάννου.
Θα σταθούμε ωστόσο σε ένα ποίημα από την τρίτη ενότητα του βιβλίου, την έξοχη «Κυμαία», που μοιάζει να έχει αποσπαστεί απευθείας από το ποιητικό σύμπαν της σικελιανικής Σίβυλλας. Εδώ η εικονοποιία διακρίνεται για την απαράμιλλη δύναμή της, αναδεικνύοντας έκτυπα αυτό που διαπιστώνουμε σε όλα τα βιβλία του Γιώργου Βαρθαλίτη, το ότι δηλαδή είναι κυρίως ποιητής ζωγραφικός –για την ακρίβεια, ένα ιδιότυπο κράμα παρνασσισμού και συμβολισμού στην ελληνική εκδοχή του– και ότι αναδέχεται και αναπλάθει τον κόσμο κυρίως διά της όρασης, η οποία στην προκειμένη περίπτωση έρχεται να εξεικονίσει με τα πιο ζωηρά χρώματα τη μεγάλη στιγμή της ενορατικής έκστασης. Η ένθεη μανία αποτυπώνεται άψογα. Συν τοις άλλοις, τη διαδοχή των εικόνων διακρίνει και μία εκπληκτική κίνηση, κατ’ αντιδιαστολή προς τη στατικότητα για την οποία κάναμε λόγο παραπάνω. Το ποίημα είναι τόσο ωραίο, που –παρά την έκτασή του– νιώθω υποχρεωμένος να το παραθέσω ολόκληρο.

Στα σκοτεινά άλση δίπλα της Εκάτης,
η πέτρα που ’ναι εκεί η χαλκιδική,
εκεί έχει τα λημέρια τα δικά της
η Διηφόβη, η κόρη η μαντική.

Ο Δήλιος θεός τής συνταράζει
και την ψυχή της όλη και το νου,
κι αυτή σκληρά στον τρίποδα σπαράζει
σαν να την καίνε οι φλόγες τ’ ουρανού.

Του λογισμού της δέρνεται η σημαία
στης προφητείας τον άνεμο σφοδρό,
κι αναβακχεύει σύγκορμη η Κυμαία
στο μέγα πάθος μέσα το ιερό.

Τραντάζονται ώς κι οι γκρίζοι γύρω βράχοι
κι ανοίγονται κι οι πόρτες οι εκατό
σα στ’ άντρα αυτά τα μυστικά μονάχη
με τον θεό παλεύει το φριχτό.

Κι όπως οι σκύλες κάτω απ’ το φεγγάρι
λυσσά κι αυτή μ’ αφύσικο σπασμό,
τη χαίτη της τινάζει σα λιοντάρι
κι αγκομαχά να βγάλει το χρησμό.

Σα ν’ αδειασε όλο το αίμα της χλομιάζει,
την καίει σα βάτο ασίγαστη αφορμή –
του τρίποδα το φίδι ζει και μοιάζει
με κρίκους να της σφίγγει το κορμί.

Και πια του οργίου τη ζώνει η τρικυμία,
μύριες πνοές τα στήθη της συμπάν,
κι από τη μέθη τη θεϊκή, τη μία,
τα φρένα της ανοίγονται στο παν!

Χιλιάδων ήλιων ξάφνου φως αυγάζει!
Τη μια αστραπή διαδέχεται αστραπή!
Και μ’ όλη της τη δύναμη κραυγάζει
τα μέλλοντα που βλέπει για να πει!

Τέλος, από τον τρίποδα τ’ αδύτου
σωριάζεται μεμιάς νεκρή στη γη,
και σβήνει στ’ άντρο το έμψυχο δαδί του
σε παγερή και σκότεινη σιγή.

(«Κυμαία», Ίσις)

«Πεθαίνει, γιατί οι άνθρωποι δεν πιστεύουν πια σε αυτόν», έλεγε ο πολύς Αντουάν Μπουρντέλ, αναφερόμενος στον περίφημο Θνήσκοντα Κένταυρό του. Ο σπουδαίος γλύπτης, που φιλοτέχνησε τα μνημειώδη του έργα ζώντας και αναπνέοντας μέσα στο βασίλειο των συμβόλων, αποτύπωσε τη δίψα του σύγχρονου ανθρώπου για τον μεγάλο μύθο σε μια εποχή πνιγηρού υλισμού, κατά την οποία, όπως άλλωστε και στη δική μας, οι μύθοι είχαν αρχίσει να θεωρούνται προ πολλού γλώσσα νεκρή και κάθε ενασχόληση μαζί τους ματαιοπονία και ανώφελος αναχρονισμός.
Η καταβύθιση στον κόσμο των αρχέγονων μύθων και η αναβάπτιση στα νάματά τους, όπως προτείνει ο μυθολογικός λυρισμός του Γιώργου Βαρθαλίτη, τι έχει να προσφέρει στον σύγχρονο αναγνώστη κι ακόμα περισσότερο στον άνθρωπο του 21ου αιώνα; Τούτη η αισθητική και συνάμα γενικότερη πνευματική επιλογή μπορεί να οδηγήσει σταδιακά, ύστερα από κόπο και χρόνο πολύ, στην αναγέννηση μιας υγιούς και ρωμαλέας θρησκευτικότητας, στην επανεύρεση ενός ισχυρού μεταφυσικού κέντρου, ενός βέβαιου πνευματικού προσανατολισμού μέσα στη σύγχυση του αιώνα όπως οραματιζόταν, για να περιοριστούμε μόνο στα καθ’ ημάς, ο Άγγελος Σικελιανός; Ή μήπως συνιστά μια εντελώς ανιστορική αντίληψη, ασύγγνωστη πολιτική και όχι μόνον αφέλεια;
Τούτη η στανική αναβίωση δεν οδηγεί νομοτελειακά σε τραγέλαφους; Μπορούμε χάρη σε μια σχεδόν αφύσικη ένταση της βούλησης να «πιστέψουμε» σε πείσμα όλων αυτών που η λογική της εποχής υπαγορεύει; Μπορούμε να αναστήσουμε το νεκρό; Είναι δυνατόν να εκβιάσουμε τη δωρεά; Να γίνουμε, κατά την ευαγγελική ρήση, «οι βιαστές της βασιλείας των ουρανών»;
Ο Όσβαλντ Σπένγκλερ ήταν κατηγορηματικός. «Όλη η γλυπτική μετά τον Μιχαήλ Άγγελο είναι παρανοήσεις και αναβιώσεις», δογμάτιζε. Επ’ αυτών των ζητημάτων δεν έχουμε τίποτα να προσθέσουμε. Ό,τι μπορούσε να ειπωθεί ειπώθηκε, ό,τι μπορούσε να γίνει έγινε. Η εποχή μας δεν είναι η εποχή της ζώσας θρησκευτικότητας. Ζούμε στους καιρούς της πανίσχυρης τεχνοεπιστήμης, όχι στην εποχή της μεγάλης τέχνης, θρησκευτικής ή άλλης. Ο μέγας Παν πέθανε και ετάφη.
Όλα ετούτα, σκέψεις και ερωτήματα, εγείρονται κατά την ανάγνωση του μικρού αυτού βιβλίου αλλά και του συνόλου της ποίησης του Γιώργου Βαρθαλίτη, η ποιητική θέση του οποίου διαγράφεται σαφώς. Για τον ίδιο τον ποιητή, ο χώρος του μύθου συνιστά κι έναν άλλο τρόπο του υπάρχειν μέσα στον κόσμο, έναν άλλο δρόμο στον οποίον προχωρά καθώς φαίνεται απερίσπαστος. Ο καιρός θα δείξει αν τούτος ο προσωπικός προσώρας δρόμος μέλλει να γίνει δημοσιά, αν η στενή αυτή πύλη πρόκειται κάποτε να διαπλατυνθεί για ξαναπεράσουν από μέσα της πλήθη και κοινωνίες.
Στο μεταξύ, τίποτα δεν μας εμποδίζει να  απολαύσουμε τα ποιήματά του, αυτά τα ιδιότυπα ταμπλό βιβάν, τις ομιλούσες εικόνες, που μοιάζουν να έρχονται από άλλες εποχές, όταν μύθοι και σύμβολα έθρεφαν, ως άρτος επιούσιος, ολόκληρους πολιτισμούς.
«Από τον μύθο στον λόγο» τιτλοφορείται η μνημειώδης μελέτη του Βίλχελμ Νέστλε, κατά την οποία συζητείται το πέρασμα των αρχαίων Ελλήνων από τη μυθολογική σκέψη στον ορθολογικό στοχασμό. Ο Παλαμάς πάλι έλεγε ότι «ποίηση είναι ο λόγος που πάει να γίνει τραγούδι». Υποκύπτουμε στον πειρασμό να αντιστρέψουμε τη φράση του φιλοσόφου και να παραφράσουμε τη σκέψη του ποιητή, συνδυάζοντάς τες:  ποίηση είναι ο λόγος που πάει να επιστρέψει στον μύθο.

Θεοδόσης Βολκώφ

Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό περιοδικό Νέο Πλανόδιον

Πέμπτη, Απριλίου 05, 2018

Μιχάλης Γούτης: Στα φανερά και τ' αφανέρωτα

Ο δίσκος του Μιχάλη Γούτη "Στα φανερά και τ' αφανέρωτα" σε ποίηση Θεοδόση Βολκώφ.

01▶00:05 Παραμύθι του νερού - Γιάννης Τέμπρελης
από το βιβλίο ''τα τραγούδια της Ψυχής και της Κόρης''

02▶02:33 Σαν το λύκο -  Μέλα Γεροφώτη
από το βιβλίο ''SEXUS''

03▶04:50 Καλλιστώ - Γιάννης Τέμπρελης/Μέλα Γεροφώτη
από το βιβλίο ''SEXUS''

04▶08:40 Μάγισσες - Γιάννης Τέμπρελης
από το βιβλίο ''τα τραγούδια της Ψυχής και της Κόρης''

05▶12:30 Αέρας - Φανή Νοταρά
από το βιβλίο ''SEXUS''

06▶16:52 Γίγαντας - Ναταλία Λαμπαδάκη
από το βιβλίο ''τα τραγούδια της Ψυχής και της Κόρης''

07▶21:56 Requiem - Γιάννης Τέμπρελης
από το βιβλίο ''Missa Brevis''

08▶26:07 Στα φανερά και τ'αφανέρωτα - Φανή Νοταρά
από το βιβλίο ''Ο PIETRO ARETINO εν έτει 2013''

09▶27:32 Όχι πια - Μέλα Γεροφώτη/Plaza Ensemble
(ποίηση: Ιδέα Βιλαρίνιο, μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη)
από το βιβλίο ''Το άνθος της Στάχτης''

Τρίτη, Δεκεμβρίου 05, 2017

"Ρέκβιεμ" σε μελοποίηση Μιχάλη Γούτη



Μουσική: Μιχάλης Γούτης
Ποίηση: Θεοδόσης Βολκώφ
(από τη συλλογή Missa Brevis)

Τραγούδι: Γιάννης Τέμπρελης
Απαγγελία: Θάνος Φερετζέλης
Κλαρίνέτο: Χρήστος Παπαδόπουλος
Βιολί: Στέφανος Σεκέρογλου
Τσέλο: Στέλλα Τέμπρελη
Κιθάρα: Χρόνης Κουτσουμπίδης
Πιάνο: Γιώτα Παπαδοπούλου
Κρουστά: Γιάννης Ριζόπουλος
Ηχοληψία - Μίξη: Λεωνίδας Μπειλής, Studio Polytropon
Φωτογραφία: Απόστολος Δουγαλής

***            ***             ***

Λέξη πιο πριν που λάτρευε τη λέξη,
έρωτας μ'εναν έρωτα αγκαλιά
φλόγα πιο πριν που γύρευε τη φλόγα,
φωτιά που διαπερνούσε τη φωτια. 

Στάχτη μετά που σμίγει με τη στάχτη,
κάρβουνο μ'άλλο κάρβουνο μαζί,
καπνός που τον καπνό περιτυλίγει,
σιωπή που ενατενίζει τη σιωπή.

Να σε θρηνήσω κάποτε ορκίστικα,
με λέξεις ζωντανή να σε κρατήσω
τις λέξεις δένοντας βαθύτερα απελπίστηκα.
Ο θάνατός σου ακλόνητος κρατά το ίσο.

Στις λέξεις η ζωή μου όλη πέρασε,
γι΄αυτό και πιο βαριά η βαρια σιωπή μου.
Αυτό που χάθηκε, αλίμονο, δε γέρασε
και νεο πάντα με οδηγεί στην τελευτή μου.

Μέσα στο άδειο πράξε και στο τίποτα,
γίνε κορμί για την ψυχή του Απόλυτου,
βαριά κληρονομιά σου τα ανείπωτα,
σώμα για το σπαθί και για το βόλι Του.

Τα μυστικά που μυστικά μετάλαβες,
όλα τα ταπεινά και θεοφίλητα,
την ώρα αυτή που μ' έφοδο κατάλαβες
σμίγουν τα σιωπηλά με τα αμίλητα.

Από το βιβλίο "Missa Brevis"

Δευτέρα, Οκτωβρίου 30, 2017

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΝΕΚΡΗΣ ΔΟΞΑΣ

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΝΕΚΡΗΣ ΔΟΞΑΣ

Μνήμη Ηλία Λάγιου

Της σκέψης Πρίγκιπα, μας τέλειωσε η μνήμη.
Η λήθη μόνον από δω κι εμπρός θα ζήσει
κι ο μέγας πίθηκος της δόξας πια, η φήμη,
μόνο το γένος των πιθήκων θ’ αναστήσει.
Κι αφού στα πέρατα της γης διασαλπίσει
το τρομερό που επικρατεί πιθηκομάνι,
την ώρα ετούτη τη στερνή πριν απ’ τη δύση
σύρε κι ανάγγειλε: «Η δόξα έχει πεθάνει».

Της θλίψης Πρίγκιπα, του πένθους μας η πλήμη, 
τρισεύγενη κι αναίτια φονευμένη φύση,
ιδού το ύστατο που μέλλεται δοκίμι
στα έγκατα της άνω γης, που σ’ έχει κλείσει:
Τη γη σου οι πίθηκοι την έχουν κατακλύσει,
στους ώμους σου χοροπηδούν, Γίγαντα, οι νάνοι
κι έχουν τον λόγο σου οι ανύπαρκτοι συλήσει.
Σύρε κι ανάγγειλε: «Η δόξα έχει πεθάνει».

Του στίχου Πρίγκιπα, του έρωτα τ’ αγρίμι
πήρε απ’ τη γλώσσα σου φωνή για να μιλήσει,
της Αγαπώς να πει το στήθος και την κνήμη,
το παραμύθι το θνητό ν’ αθανατίσει.
Μα ποιος και πότε, πώς και πού να σε γνωρίσει.
Ευδοκιμούν παντού και πάντα οι τσαρλατάνοι.
Τις κορυφές κι ας έχεις, Λάγιε, κατακτήσει,
σύρε κι ανάγγειλε: «Η δόξα έχει πεθάνει».

Του τέλους Πρίγκιπα, που σ’ έχουμε αγαπήσει,
στον τόπο αυτόν που τα μυρμήγκια τρων τ’ ασλάνι
και που λυσσομανούν οι φθόνοι και τα μίση,
σύρε κι ανάγγειλε: «Η δόξα έχει πεθάνει».

© Θεοδόσης Βολκώφ

Πρώτη δημοσίευση apoikia.gr

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 07, 2017

ΔΩΣΕ ΜΟΥ ΧΡΟΝΟ


Δώσε μου χρόνο 

Ω δώσε, Κύριε, να φτάσω στα ογδόντα 
με το κορμί και το μυαλό μου ακέριο, 
κι εγώ ναό θα Σου πυργώσω στέριο 
που θα δοξάζει και θα υμνεί πάντα τα όντα.

Αν όχι, ευδόκησε να φτάσω στα εξήντα, 
κι ορκίζομαι πως θα ’χω ως τότε χτίσει 
κάστρο τρανό μες στην τρανή σου φύση 
και με το αίμα μου βαμμένο αντί για τίντα.

Κι αν όχι, κάνε με να φτάσω στα σαράντα, 
κι ας αρκεστείς σε τούτον τον πυργίσκο 
που έχω μέχρι τώρα κατορθώσει.

Στον μισοτελειωμένο αυτόν ναΐσκο  
εκείνος που γνωρίζει θ’ αναγνώσει 
την πυρωμένη τη σφραγίδα Σου – για πάντα.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr