Κυριακή, Φεβρουαρίου 16, 2020

Για τον Σάμη


ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΑΜΗ 

                                                                              Σάββατο 15.2.2020

Ο ουρανός αποβραδίς σκοτεινιασμένος
και το πρωί βροχή ποτιστική
κι αργά τραβάμε όλοι κατά κει
όπου μας καρτερείς κεκοιμημένος.

Τα πρόσωπά μας αυστηρά και βουβαμένα,
κόκκινα μάτια οι φίλοι κι οι δικοί
και μέσα στης σιωπής τη φυλακή
κρατά καθένας κάτι από σένα.

Κάτι αμετάδοτο κι ολότελα δικό του,
κάποιο χαμόγελο, ένα νεύμα, μια στιγμή
και μες στου χρόνου ετούτη τη ρωγμή
κηδεύει ο καθένας τον νεκρό του. 

Θεοδόσης Βολκώφ

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 15, 2019

Κυριακή, Φεβρουαρίου 10, 2019

Παραμύθι του νερού (επίσημο video clip)


Σκηνοθεσία/animation: Νίκος Ραδαίος

Εικονογράφηση: Ζάννα Κατσαφάνα

Παραμύθι του νερού 
από τον δίσκο του Μιχάλη Γούτη 
Στα φανερά και τ' αφανέρωτα 

Τραγούδι: Γιάννη Τέμπρελης 
Μουσική: Μιχάλης Γούτης 
Ποίηση: Θεοδόσης Βολκώφ

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 04, 2019

Τα μάτια των θεαινών και ο Πρόκλος, του Γιώργου Βαρθαλίτη




Με το παρόν ολοκληρώνεται το αφιέρωμα του ιστολογίου στην ποίηση του Γιώργου Βαρθαλίτη, που ξεκίνησε με τη βιβλιοκρισία μας για το έργο του "Ίσις" και συνεχίστηκε με τη δημοσίευση πρωτότυπων ποιημάτων  από την πιο πρόσφατη παραγωγή του. Όλα τα ποιήματα παρουσιάστηκαν εδώ για πρώτη φορά.



ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΑΣΤΑΡΤΗΣ

Τα μάτια μου είναι ακύμαντη γαλήνη
στα κάτασπρα πελάγη την αυγή,
τα μάτια μου είναι πάλλευκη σελήνη
που καταυγάζει αμφίκυρτη τη γη.

Τα μάτια μου  πηγή είναι της ημέρας,
τα μάτια μου είναι αείρρος κρουνός,
τα μάτια μου γαλάζιος είναι αιθέρας,
τα μάτια μου ναός είναι τρανός.

Τα μάτια μου του θέρους είναι  ζέστα,
τα μάτια μου είναι θάλασσα πλωτή,
έαρ γλυκό τα μάτια μου είναι -δες τα!-,
τα μάτια μου είναι ρόδα και λωτοί.

Τα μάτια μου είναι τόσο αχτιδοβόλα
-εντός τους ήλιος βρίσκεται κρυφός-,
π΄ αντιφεγγάν κι αστράφτουν μέσα σ΄ όλα
και που μοιράζουν απ΄ το φως τους φως.

Τα μάτια μου είναι στόματα: φιλάνε
αχόρταγα σα χείλη φλογερά,
τα μάτια μου είναι χέρια και σκορπάνε
τα χάδια τους εδώ τα τρυφερά.

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗΣ

Τα μάτια μου είναι σαν κοφτά διαμάντια,
π΄ αστράφτουνε λευκά και παγερά
και που στην πλάση τη μεγάλη αγνάντια
αυτό που δουν σκοτώνουνε σκληρά.

Τα μάτια μου είναι κρύα σαν χειμώνες,
τα μάτια μου είναι ανθοί της τρικυμιάς,
τα μάτια μου είναι στρόβιλοι, κυκλώνες,
που σε τραβάν στον Άδη μονομιάς.

Τα μάτια μου είναι απύθμενα πηγάδια
που τ΄ έρεβος μαζεύτεται πυκνό,
τα μάτια μου πλουτώνια ειναι σκοτάδια
κι εκεί η στυγνή θρονιάζει Κελαινώ.

Τα μάτια μου είναι γνόφος της αβύσσου
και βάραθρα φριχτά και ζοφερά.
Τα μαύρα μάτια μου είναι -συλλογίσου!-
τα σκοτεινά τ΄ Αχέροντα νερά.

Η λάμψη των ματιών μου σε στοιχειώνει,
τι βρύσες είναι αυτά της λησμονιάς
που σε τυλίγει αργά σαν άσπρο χιόνι
και σαν ερμίνα αδρή της παγωνιάς.

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΙΣΙΔΑΣ

Τα μάτια μου είναι τ΄ Άλφα και τ΄ Ωμέγα,
αρχή,  χοάνη μαύρη και  βορά,
απ΄ τον Αλδεβαράν κι από το Βέγα
κρατάν αυτά κι απ΄ τ΄ άστρο του βορρά.

Τα μάτια μου είναι απίστευτες κλεψύδρες
που μέσα τους κυλά κάθε στιγμή.
Τα μάτια μου είναι Λύρες, Ράβδοι κι Ύδρες,
του στερεώματος κι εκείνα αστερισμοί.

Θα δεις την Ανδρομέδα και το Σείριο
στη λάμψη των ματιών μου τη βουβή
και τ΄άστρα που φωτίσαν τον Ασσύριο
στα κάστρα τα ψηλά της Νινευί.

Το βάθος των ματιών μου ξεσκεπάζει,
στου σκοταδιού τους πάνω τη σιγή,
από σμαράγδι λάμψεις και τοπάζι
να σμίγουν σε τρανή μαρμαρυγή.

Τα μάτια μου σα διάφωτοι μαγνήτες
με δύναμες τραβάνε μυστικές.
Τα μάτια μου είναι αχνόφωτοι πλανήτες
απ΄ τ΄ Άδη τις ψυχές τις αστρικές.

ΠΡΟΚΛΟΣ

Σβησμένοι οι πέτρινοι βωμοί σ’ ολάκερη τη χώρα
και χτυπημένοι απ’ τον ταγό σκληρά της Νέας Ρώμης:
με το πελέκι τ’ άγιο δρυ κομμένο της Δωδώνης,
στεγνή η βαθύλαλη πηγή του δελφικού Λοξία,
η Ελευσίνα σύντριμμα στο πέρασμα του Γότθου,
στης Ολυμπίας δρακοντιές κι αγκάθια τις παλαίστρες
και σκοτωμένος ο στερνός διαφεντευτής του Μίθρα
στης Κτησιφώντας τα τειχιά, στα ρέματα τ’ Ευφράτη
το Σασσανίδη αλύπητα τον άγριο πολεμώντας.

Μα σ’  έναν άσβηστο βωμόν η φλόγα ακόμα καίει:
σ’  εκείνον που θεμέλιωσεν ο Πλάτων στην Αθήνα,
το διαμαντένιο το βωμό που στέκει χίλια χρόνια
και της γλαυκόματης Θεάς η αιγίδα τον σκεπάζει.
Κι αρχιερέας του Βωμού εσύ και πρόμαχός του,
ω Λύκιε Πρόκλε, το στερνό καμάρι της Παλλάδας,
μυσταγωγέ κι ανυμνητή , φιλόσοφε, προφήτη
κι ωραίε σαν τον πυθικό Θεό το φωτοδότη.
Και στης ψυχής σου τ’ άδυτο, πριν σβήσουν, ξαναζούσαν
Και δαίμονες και θέαινες, γοργόνες κι αιγιπάνες,
Απόλλωνες κι Αρτέμιδες, Ερμήδες κι Αφροδίτες,
μα από το φως μιας μυστικής λαγαρισμένοι λάτρας.

Χαλδαίοι μάγοι σού ‘δειξαν των άστρων τα σημάδια,
αγνάντεψες κατάματα το έρεβος τ’ Ορφέα
και τα μυστήρια γνώρισες της τρίμορφης Εκάτης.
Μα απ’ των Χαλδαίων τους χρησμούς και τ’ άσματα τ’ Ορφέα
το μάγο φως προτίμησες του Πλάτωνα, π’ αστράφτει,
και μοίρασες αντίδωρο, τρανός ιεροφάντης,
απλόχερα φεγγοβολήν απ’ τη φεγγοβολή του.
Ιερουργά τα χέρια σου τους Διάλογους κρατήσαν
-την Πολιτεία, τον Τίμαιο, το Φίληβο, το Φαίδρο-
λες επιστήμης ένθεης λειτουργικά βιβλία,
κι εξηγητής χαλκέντερος και Βάκχος μες τους Βάκχους
σε τι γαλήνη μυστικιά το νου μας ανεβάζεις
από  τα βάθη ποιού ουρανού να δούμε ν’ ανατέλει,
πέρα απ’ τα πρώτα τ’  Άδυτα και της σιγής το φράχτη,
τον ήλιο τον ανέσπερο της έσχατης Ενάδας,
όταν με τέτοιο χείμαρρο φωτός μας κατακλύζει
που η λάμψη γνόφος γίνεται κι η Γνώση καταλυέται!

Όμως βαθιά τη μνήμη σου μια νύχτα χαρακώνει.
Κι ήταν η νύχτα π’ άρπαξαν τ’ άγαλμα της Παλλάδας,
εκείνο που σκαλίσανε τα χέρια του Φειδία
και φώτιζε το ζόφωμα βαθιά του Παρθενώνα.
Θυμάσαι πώς μαρμάρωνε τα πάντα το φεγγάρι;
Θαρρούσες μια λευκόφωτη λαμπάδα το φεγγάρι,
π’ αχνόφεγγε χλωμόθωρη μια πόλη νεκρωμένη
και σιωπηλά σαβάνωνε με τ’  αργυρό του χιόνι
τους συντριμμένους τους ναούς κι αυτούς π’ ακόμα στέκαν,
την αγορά και τ’ αδειανά κοχύλια των θεάτρων,
την Πάρνηθα, τον Υμηττό και τα βουνά τριγύρω
και τ’ άλση τα πολύθροα, τους ελαιώνες πέρα
μέχρι τα βαθυκύανα νερά τ’ αρχιπελάγου.

Αποσταμένος έγερνες απ’ τη βαριά μελέτη
στο φτωχικό καλύβι σου στο ρίζωμα του Βράχου,
σαν ξάφνου απ’ ασημένιο φως γέμισε η κάμαρά σου
κι αντίκρισες να στέκεται μπροστά σου η Τριτογένεια,
χρυσελεφάντινη, χλωμή και φεγγαροντυμένη.
«Με διώξαν απ’ το σπίτι μου για πάντα, Πρόκλε», σού ‘πε,
«Άσε με τούτη τη βραδιά σε σένα να περάσω».
Τη μυστική σου ποιος θα πει την ολονύχτια, Πρόκλε;
Μα κάποιος μας ψιθύρισε και νιώσαμε βαθιά μας
πως το πρωί η παράξενη του κόσμου ταξιδεύτρα
φτερούγισε μακριά απ’ τη γη για τα μεγάλα αστέρια.

Γιώργος Βαρθαλίτης

Δευτέρα, Ιανουαρίου 14, 2019

Τρία λυρικά, του Γιώργου Βαρθαλίτη



Στο προτελευταίο μέρος του αφιερώματος στην πρόσφατη ποιητική παραγωγή του Γιώργου Βαρθαλίτη παρουσιάζονται τρία λυρικά συνθέματα, εμπνευσμένα από την αρχαιοελληνική μυθολογία και τη βιβλική παράδοση: Ορφέας, Imperator και Βηρσαβεέ. Τα ποιήματα δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά. 
  


ΟΡΦΕΑΣ
ή το τραγούδι της κομμένης κεφαλής

Αλλ' η κομμένη κεφαλή, από των  Αθανάτων
την άφθαρτη φιλόστοργη πνοή ζωντανεμένη,
από τα αιματερά νερά του Έβρου θ' αναδώσει
αμίμητο κι αθάνατο τον ύστερο ρυθμό της.
                          Δ. Σολωμός, Στον Ορφέα


Αυτό που βλέπετε είναι τώρα
η που μου κόψαν κεφαλή,
που χάρη στ’ απολλώνια δώρα,
ακόμα, ανθρώποι, σας λαλεί.

Το ρέμα τ’ Έβρου με πηγαίνει
και μου παγώνει τα μαλλιά
απ’ το κορμί μου θερισμένη
μα μ’ ολοζώντανη μιλιά!

Κι αν με τσακίσανε μαινάδες
σκληρά με νύχια κοφτερά,
ακτές μ’ ακούνε και κοιλάδες,
μ’ ακούν βαριά καματερά!

Και τραγουδάω τα κοπάδια
και τα γοργόφτερα πουλιά
και τα βαθύχλωρα λιβάδια
και της βραδιάς τη σιγαλιά-

και τραγουδώ την πεταλούδα,
του Μάη την αύρα που φυσά,
της χλόης τ’ άχραντα βελούδα,
τα στάχυα πέρα τα χρυσά-

την παντοδότειρα Κυβέλη,
τ΄ αμπέλια του καλοκαιριού
και τ’ ήλιου τα πυρίπνοα βέλη
στο κάμα του μεσημεριού-

και τραγουδάω τους ανέμους,
των σύννεφων την ταραχή
και των στοιχείων τους πολέμους
και την καλόγνωμη βροχή-

και τραγουδάω τη σελήνη
σαν ασημώνει τα νερα,
της μαύρης νύχτας τη γαλήνη
και τ’ άστρα της τα λαμπερά-

τους άσπρους δρόμους της θαλάσσης
και τους μεγάλους ωκεανούς
κι όλα τα θάματα της πλάσης
και τους γαλάζιους ουρανούς-

κι εσένα, ασύγκριτη  Ευρυδίκη,
μ’ αδρό τραγούδι τραγουδώ,
που σ’ άρπαξαν οι μαύροι λύκοι
της Περσεφόνης από δω.

Τα μάτια εσύ ήσουν και το φως μου,
εσύ η καρδιά μου κι η ζωή,
εσύ η βασίλισσα του κόσμου
και της πνοής μου εσύ πνοή.

Για σε κατέβηκα στον Άδη
χωρίς  στιγμή να φοβηθώ
-πυρσός η λύρα στο σκοτάδι-,
μα δε σε πήρα απ’ το βυθό.

Όμως ακόμα σ’ αγκαλιάζω
και στ’ όνειρό μου σε φιλώ
και με τον ίσκιο σου πλαγιάζω
και με τον ίσκιο σου μιλώ.

Αυτό που βλέπετε είναι τώρα
η που μου κόψαν κεφαλή,
που χάρη στ’ απολλώνια δώρα,
ακόμα, ανθρώποι, σας λαλεί.


IMPERATOR

Ο τρανότερος του κόσμου
αυτοκράτωρ είμαι εγώ!
Μη δεν είναι αυτός δικός μου
και δε μ’ έχει για ταγό;

Είμαι από τους νόμους πάνω
και κανένα δε γροικώ.
Αν εγώ το θέλω κάνω
τ’ άτι μου συγκλητικό!

Του λαού με λεν πατέρα,
βασιλιά και σεβαστό-
σαν χρυσόμηλο τη σφαίρα
στην παλάμη μου βαστώ.

Μες τους όχλους π’ αλαλάζουν
αυτοί πού ‘ναι για θανή
«χαίρε, Καίσαρ», μου φωνάζουν
με βροντόλαλη φωνή.

Στο παλάτι παννυχίδες
και μακρόφλογοι πυρσοί
κι από ρόδα πλημμυρίδες
και κρατήρες με κρασί,

(τ' απαλότερο μετάξι
το κορμί μου έχει ζωστεί
που πλουμίζουνε με τάξη
σχέδια με χρυσή κλωστή)

και σ’ αυλούς και σε φλογέρες,
κύμβαλα και μουσικές
με χαϊδολογούν εταίρες
με λαχτάρες μυστικές.

Μ’ αμπελόφυλλα στεμμένος
σαν το Διόνυσο πηδώ
και τη λύρα μου ζωσμένος
τον παιάνα τραγουδώ.

Τις λαμπρές τις Εστιάδες
άγρια σέρνω απ' το βωμό
-και οι πόθοι μου σα δάδες-
άλλο να μου πουν ψαλμό.

Στο χρυσό μου πάνω θρόνο
-ήλιος την ανατολή-
όποιον θέλω βαραθρώνω
με μια μόνη μου εντολή.

Οδηγώντας τ’ άλογά μου
τερματίζω νικητής-
η ζωή μου μέθη γάμου
και ξεφάντωμα γιορτής.

Όλοι σας με προσκυνάτε
σάμπως είδωλο ναού
και τη χάρη μου ζητάτε,
πλήθη αμέτρητα λαού!

Σας σκορπώ μαργαριτάρια
και σας πνίγω στα φλουριά
ή σας ρίχνω στα λιοντάρια
και τ’ ανήμερα θεριά!

Μα είμαι ο πιο δυστυχισμένος
κι από μέσα μου φθονώ,
στα παλάτια μου κλεισμένος,
το φτωχό και ταπεινό,

γιατί νιώθω κάθε μέρα
στη δική μου κεφαλή
ν’ ανεμίζει με φοβέρα
το σπαθί του Δαμοκλή!

ΒΗΡΣΑΒΕΕ

Το γυμνό σου κορμί με πυρώνει,
με κεντήσανε  χίλιοι σκορπιοί,
τη ζωή το κορμί σου μυρώνει,
ποιος κρασί σαν εκείνο θα πιεί;

Σαν τα μαύρα μαλλιά σου ξελύνεις
και τα ρούχα σου ρίχνεις, θωρώ
μες το φως το χλωμό της σελήνης
το κορμί σου γυμνό στο λουτρό!

Το κορμί σου τ’ ασύγκριτ’ αλείβεις,
και λαγόνες  και στήθη κρουστά
και το χλόισμα κάτω της ήβης
και τα πόδια σου αυτά τα γλυπτά!

Το κορμί σου κι οι αύρες ζηλεύουν,
τη χυτή του ζηλεύουν θωριά
κι οι τρανές φοινικιές που σαλεύουν
και των άστρων ψηλά τα κεριά.

Το γυμνό σου κορμί με τελειώνει,
με μαράζι με τρώει πυρό,
το κορμί σου  με σβήνει, με λιώνει.
Στη φωτιά ποιος θα στάξει νερό;

Πώς ο δόλιος μου νους σκοτεινιάζει,
λες φαρμάκι να μού ΄χυσε οχιά,
το κορμί σου αν σκεφτώ –τι σε νοιάζει;-
να τ’  αγγίζουνε χέρια τραχιά.

Τον Χετταίο θα στείλω στη μάχη,
να τον πάρει πικρή σαγιτιά,
και θα μείνεις, να σφίξω, μονάχη,
το κορμί σου, στερνή μου γητειά!

Θα σου λύσω με βια το ζωνάρι,
θα σε γδύσω με λύσσα κι ορμή
και θα ρίξω σε γάμου κλινάρι
το γυμνό σου, γυναίκειο κορμί!


Γιώργος Βαρθαλίτης

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 12, 2018

Νέο βιβλίο - Ο ποιητής Δημήτρης Ε. Σολδάτος

Εκτενές μελέτημα πάνω στην ποίηση και στην ποιητική 
του Δημήτρη Ε. Σολδάτου.





Θεοδόσης Βολκώφ, Ο ποιητής Δημήτρης Ε. Σολδάτος, Παρισιάνου, 2018, σελ. 178.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 07, 2018

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΥ, του Γιώργου Βαρθαλίτη



Ο μαρτυρικός, όπως θρυλείται, θάνατος του Αγίου Σεβαστιανού αποτέλεσε ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για ζωγράφους και γλύπτες ανά τους αιώνες. Η εικόνα ενός νεανικού, ρωμαλέου και όμορφου κορμιού που πλήττεται θανάσιμα στον κολοφώνα της δόξας του, η δραματική αντίθεση ενός απογυμνωμένου σώματος που σφύζει από ζωή λίγο πριν παραδοθεί στον θάνατο, ήταν επόμενο να δεσμεύσει τη σκέψη των καλλιτεχνών και να καθοδηγήσει τον χρωστήρα και τη σμίλη τους. 

Όταν όμως συγκατανεύει η ώρα, ακόμη και η ταπεινή, κοινόχρηστη γραφίδα δεν υπολείπεται ούτε του χρωστήρα ούτε της σμίλης. Αντιθέτως γίνεται γλυπτικότατη και ζωγραφικότατη συνάμα, και με τη συνεπικουρία του άλλου μεγάλου της όπλου, του αθάνατου ρυθμού, μπορεί να φτάσει σε επιδόσεις εκπληκτικές, όπως στο ακόλουθο λαμπρό ποίημα του Γιώργου Βαρθαλίτη. 

Το ποίημα δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά.   

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΥ

Καλοί τοξότες μου, τώρα τανύστε
όλα τα τόξα σας μ’ άφευκτ’ ορμή,
μη λυπηθείτε με, κατατρυπήστε
τ’ αδρό  μου ολόγυμνο, λευκό κορμί!

Στη  δάφνη σύρθηκα παραδομένος
κι εκεί με ζώσανε τραχιά σκοινιά –
ξεράστε πάνω μου τ’ άγριο σας μένος
και δείξτε μου όλη σας την απονιά!

Όσο τα βέλη σας εδώ θερίζουν
τ’ άχραντο σώμα μου τ’ αγνό σκληρά
σε αιώνιαν άνοιξη πληγές ανθίζουν
σα ρόδα αμάραντα και πορφυρά.

Το κάθε βέλος σας που με πληγώνει
άφατη μέσα μου σκορπά ηδονή –
χιόνι είν’ η σάρκα μου και τη λιγώνει
σπασμός ολόθερμος που τη δονεί.

Σαν τον Απόλλωνα το χρυσολύρα
έμοιαζα, αδέρφια μου, σ’ όλους εμάς –
καρδιά!, μες τ’ άρματα, σφοδρή πλημμύρα,
συ δεν απόσταζες να πολεμάς.

Πώς Πάρθοι αδάμαστοι στη γη πλαγιάζαν
(θυμάστε, σύντροφοι σ’ όλα πιστοί;),
πώς απ’ το λύθρο τους οι αιχμές αγιάζαν
κι ήταν ο πόλεμος για μας γιορτή!

Στο Μίθρα αργότερα, ταγό του τρόμου,
τον ύμνο μου ύψωνα, άξο μιστό
και στ’ αίματ’ έπαιρνα τ’ αγνό λουτρό μου,
στ' αίμα του ταύρου του κοχλακιστό!

Μα μες της πλάνης μου τ’ άγριο σκοτάδι
μια αχτίδα μ’ άγγιξε κάποιου ουρανού.
Ψυχή μου, ξύπνησες, π’ ήσουν στον Άδη,
λάμψη μου φώτισε τρανή το νου.

Πια το Σωτήρα μου θωρώ σαν ήλιο-
λάμπει το στέμμα του τ’ αγκαθερό-
χλωμό του Καίσαρα σβει το βασίλειο,
κουφάρι είν’  άθαφτον από καιρό.

Πότισα μάρτυρες εγώ κουράγιο
σε σε ν’ ανέβουνε ψηλά, ουρανέ,
έσταξα σ’ άρρωστους το λάδι τ’ άγιο
και δε σε σκιάχτηκα, Διοκλητιανέ!

Ντύνει το σώμα μου άφθαρτη ρώμη,
άσπρο το δέρμα μου λάμπει ξανά –
μες την εφτάλοφην, ένδοξη Ρώμη
κανένας τύραννος δε με νικά.

Καλοί τοξότες μου, τώρα τανύστε
όλα τα τόξα σας μ’ άφευκτ’ ορμή 
μη λυπηθείτε με, κατατρυπήστε
τ’ αδρό μου ολόγυμνο, λευκό κορμί.  

Γιώργος Βαρθαλίτης