Κυριακή, Ιουλίου 21, 2013

ΕΚΤΟΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ

ΕΚΤΟΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ

Έκτορ… συ δε μοι θαλερός παρακοίτης
Ιλιάδος Ζ
...Hectoreo quotiens sederat uxor equo
Μαρτιάλης


Ο Σκάμανδρος ξερνά ηρώων πτώματα.–
Μα η Νύχτα ζει… Και σαν κοπάσει η μάχη,
σε κάποια του Ιερού Ιλίου δώματα,
ακούραστη δουλεύει η Ανδρομάχη –
επάνω στο λαμπρότερο απ’ τα σώματα
των Τρώων και του ωθεί με βία τη ράχη

στην κλίνη της… Κρατά γερά τον ίππο της
και ανάσκελο συνέχεια τον δαμάζει
από αγάπης άσβεστης και ανείπωτης
σοφία τρυφερή που την προστάζει,
και που γροικά, χρησμό, σε κάθε χτύπο της,
έτσι τον μαχητή να ξεκουράζει…

Τον δαμαστή των ίππων πώς τον δάμασες
–τραχιά και τρυφερότατη ιππεία–
η Σιωπηλή απ’ του Έρωτα τις Άνασσες,
η Ανέγνωρη, που αγνεία και λαγνεία
ταίριασες στου ιμέρου σου τις θάλασσες
στην τρομερή δοσμένη ιππομανία.

Κορμιών ανεπανάληπτο ιδίωμα·
κορύφωση του ιπποδάμειου μόγου,
κενταύρισσας υπέρτατο ομοίωμα,
ορμή επική του ιππικού σου λόγου –
του ανδροφόνου είσαι το τελείωμα
κι η έκρηξη της τίγρης και του αλόγου.

Δυο ζώων πώς ακούγονται τα φθέγματα
κι από τον ωθισμό πώς θάλλει ο κήπος
και μπρος στου κόσμου έκπληκτου τα βλέμματα
ιδού γεννιέται η ιππαστί –ο νέος τύπος–
και το πιο τέλειο απ’ όλα τα συμπλέγματα –
Εσύ κι ο μελανός Εκτόρειος Ίππος.



© Θεοδόσης Βολκώφ

Τετάρτη, Ιουλίου 03, 2013

ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ του ΝΙΚΟΥ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ



ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ


Άκου, ρε Γιε της Καλογριάς,
ο φίλος σου είμαι ο Πανουργιάς.
Ο φίλος σου είμαι ο Πανουργιάς
και το δεξί σου χέρι
κι εκείνος που καλύτερα
απ' ολουνούς σε ξέρει.

Λένε πως παίζεις με χανουμάκια,
με τουρκοπούλες και καλογριές
και σ' αραδιάζουνε βρισιές.
Πως μπαινοβγαίνεις στους μαχαλάδες,
με δερβισάδες στήνεις χορό
και με ρωτάν και τι να πω;

Λένε πως έχεις αλισβερίσι,
μ' Αλή Πασάδες κάνεις χωριό
και σε ρωτάω τι να τους πω
   και σε ρωτάω τι να τους πω.

Πες τους, ρε φίλε Πανουργιά,
έχω εις τον μπούτζον μου βιολιά.
Ωρέ έχω εις τον μπούτζον μου βιολιά
έχω και τουμπερλέκια
κι όπως γουστάρω τα βαρώ
και σπάω τα ζεμπερέκια.

Όταν γυρίσω θα τους γαμήσω
και αν αργήσω δώσ' τους κι αυτό,
είναι τ' αρχίδια μου τα δυο.

Όπως στα λέγω να τους τα γράψεις,
όπως στα λέγω να τους τα πεις,
Καραϊσκάκης σεβνταλής.
Όπως στα λέγω να τους τα γράψεις,
όπως στα λέγω να τους τα πεις,
Καραϊσκάκης σεβνταλής,
Καραϊσκάκης μπεσαλής.

Καραϊσκάκης, γεια χαρά.
Γεια σου, ρε Γέρο του Μοριά.
Γεια σου, ρε Γέρο του Μοριά,
και γεια που σ' αγαπάνε,
γεια τους που δε λυγίζουνε
και που δεν προσκυνάνε.

Λένε για μένα τα καρακόλια,
άκου τι λένε να μη γαμεί,
μίλα κι εσύ, ρε Θοδωρή.

Όπως στα λέμε να τους τα γράψεις,
όπως στα λέμε να τους τα πεις,
Καραϊσκάκης, Θοδωρής.

Όπως στα λέμε να τους τα γράψεις,
όπως στα λέμε να τους τα πεις,
Κολοκοτρώνης και Γιωργής,
Καραϊσκάκης, Θοδωρής.

Γεια σου, ρε Ανδρούτσο, γεια χαρά,
γεια σας, παιδιά μου αητόπουλα.
Γεια σας, παιδιά μου αητόπουλα,
που 'χετε αητό πατέρα
κι όποιος δεν εκατάλαβε,
τότε ας μας κάνει αέρα.

Όπως στα λέμε να τους τα γράψεις,
όπως στα λέμε να τους τα πεις,
Ανδρούτσος, Γιώργης, Θοδωρής.

Έτσι μου είπαν να σας τα γράψω,
έτσι μου είπαν λόγω τιμής,
Ανδρούτσος, Γιώργης, Θοδωρής.

Έτσι μου είπαν να σας τα γράψω,
έτσι μου είπαν λόγω τιμής,
μαζί τους είμαστε κι εμείς
μαζί σας είμαστε κι εμείς.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ
μουσική & στίχοι

Δευτέρα, Ιουνίου 17, 2013

VERSUS II


VERSUS II 


 Τους Στίχους μου φαρδιά-πλατιά υπογράφω
 με το χαλκούν δισύλλαβο όνομά μου·
 κι έτσι όπως μέρα-νύχτα μεταγράφω
 το αίμα μου, τους μυς, τα σωθικά μου,

 με χρώματα πολεμικά με βάφω
 και μονομάχος στέκω επί της άμμου.
 Σε πολεμώ και οδεύω προς τον τάφο,
 μικρή Εποχή κι όμως μεγάλη εχθρά μου,

 δοσμένος στη σκληρή χειρωναξία
 του Στίχου μου. Ο Στίχος μου και Πράξη.
 Παρά την τρομερή αιματοχυσία,
 κανείς από τους δυο μας δεν θ' αλλάξει. 

 Κι ας έρθει όποιος θέλει να με κρίνει.
 Για τη Σφαγή παίρνω την πάσα ευθύνη.

  © Θεοδόσης Βολκώφ

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 25, 2013

ΟΠΟΥ Ο PIETRO ARETINO εν έτει 2013 ΑΝΤΑΠΑΝΤΑ ΕΙΣ ΦΙΛΟΝ ΠΟΙΗΤΗΝ



ΟΠΟΥ
Ο PIETRO ARETINO εν έτει 2013
 ΑΝΤΑΠΑΝΤΑ ΕΙΣ ΦΙΛΟΝ ΠΟΙΗΤΗΝ


Μαύρο σκυλί, πιθήκι, ουρακοτάγκο –
πες με όπως θες· εγώ καλά το ξέρω
πως σώματα μοχθώ να επαναφέρω
στον Στίχο μου, στη Γλώσσα· μα τον σπάγκο

που με κινεί άλλος κρατά και παίζει.
Παίζω κι εγώ τον ρόλο του αναβάτη,
γυρεύοντας το πλέον και το κάτι,
στο χώμα, στο κρεβάτι, στο τραπέζι.

Ο Στίχος, ασφαλώς, θα εξευγενίσει
την άθληση της γενετήσιας πράξης,
πηδήσει ο ποιητής ή δεν πηδήσει·
εμένα, ωστόσο, αλλιώς μην με κοιτάξεις.

Κι αν στίχους στα κορμιά τους πάντα οφείλω,
με ξέρω και με λέω Μαύρο Σκύλο.

© Θεοδόσης Βολκώφ 

Τρίτη, Φεβρουαρίου 19, 2013

Ο PIETRO ARETINO εν έτει 2013



Ο PIETRO ARETINO 
εν έτει 2013


Φίλτατοι ποιητές, σονετογράφοι,
μην εξαντλείστε εξαντλώντας ρίμες·
στραφείτε σε μηρούς, γλουτούς και κνήμες.
Υπέρτατο αυτό που η Φύσις γράφει

στα χοϊκότατα -και μόνο- εδάφη,
που δεν αναγνωρίζουν στίχων πλήμες.
Τις κρονικές απαρνηθείτε λήμες.
Ξεπερασμένοι πια κι οι πορνογράφοι

μοιάζουν την σήμερον που ο καθένας
πιο πίθηκος κι απ’ τους πιθήκους μοιάζει.
Αφήστε τα καμώματα της πένας·

κανέναν, όπως τότε, δεν ταράζει.
(Κι έτσι όπως ξεπετάτε τα σονέτα,
βρείτε και κάποια για καμιά ξεπέτα.)


© Θεοδόσης Βολκώφ

Κυριακή, Νοεμβρίου 18, 2012

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΧΘΑΜΑΛΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ



Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΧΘΑΜΑΛΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ


Η Μούσα μου τις λάσπες δεν φοβάται,
γι’ αυτό συχνά-πυκνά και στιχουργεί
χωρίς πολύ-πολύ να συλλογάται
αν ευγενές το Θέμα προς γραφή
ή αν θα δυσαρεστήσει τη Σχολή·
κρατώντας το δικό της μετερίζι,
τρυφερεμένη κι άλλοτε σκληρή,
τ’ ανθρώπινα αγαπά να καθρεφτίζει.

Η Μούσα μου τ’ ανθρώπινα θυμάται,
για τους Θεούς δεν νοιάζεται πολύ,
κι αν στα ελαττώματά της προσμετράται
και τ’ ότι γοητεία τής ασκεί
συχνά το χθαμαλό απ’ τη Ζωή,
ανέμελη όλο παίζει και σφυρίζει·
η Μούσα μου, κοπέλα και παιδί,
τ’ ανθρώπινα αγαπά να καθρεφτίζει.

Γυναίκα – κι απ’ τα χώματα εφορμάται,
γι’ αυτό και ακόπως τόσο αδιαφορεί,
αν με μισό το μάτι την κοιτάτε
όσο πατούν τα πόδια της τη Γη,
όσο απ’ τις λάσπες δύναμη αντλεί,
όσο μπορεί εν Χρόνω να γνωρίζει·
και μες στα ρυπαρά ερωτική
τ’ ανθρώπινα αγαπά να καθρεφτίζει.

Κι η Μούσα μου με πείνα αληθινή
τίποτε ανάξιό της δεν λογίζει·
αυτό ακριβώς που της αναλογεί
από το ακάθαρτο του κόσμου αγγίζει
και Γλώσσα της το κάνει ευθύς, γιατί
τ’ ανθρώπινα αγαπά να καθρεφτίζει.


© Θεοδόσης Βολκώφ