Δευτέρα, Φεβρουαρίου 25, 2013

ΟΠΟΥ Ο PIETRO ARETINO εν έτει 2013 ΑΝΤΑΠΑΝΤΑ ΕΙΣ ΦΙΛΟΝ ΠΟΙΗΤΗΝ



ΟΠΟΥ
Ο PIETRO ARETINO εν έτει 2013
 ΑΝΤΑΠΑΝΤΑ ΕΙΣ ΦΙΛΟΝ ΠΟΙΗΤΗΝ


Μαύρο σκυλί, πιθήκι, ουρακοτάγκο –
πες με όπως θες· εγώ καλά το ξέρω
πως σώματα μοχθώ να επαναφέρω
στον Στίχο μου, στη Γλώσσα· μα τον σπάγκο

που με κινεί άλλος κρατά και παίζει.
Παίζω κι εγώ τον ρόλο του αναβάτη,
γυρεύοντας το πλέον και το κάτι,
στο χώμα, στο κρεβάτι, στο τραπέζι.

Ο Στίχος, ασφαλώς, θα εξευγενίσει
την άθληση της γενετήσιας πράξης,
πηδήσει ο ποιητής ή δεν πηδήσει·
εμένα, ωστόσο, αλλιώς μην με κοιτάξεις.

Κι αν στίχους στα κορμιά τους πάντα οφείλω,
με ξέρω και με λέω Μαύρο Σκύλο.

© Θεοδόσης Βολκώφ 

Τρίτη, Φεβρουαρίου 19, 2013

Ο PIETRO ARETINO εν έτει 2013



Ο PIETRO ARETINO 
εν έτει 2013


Φίλτατοι ποιητές, σονετογράφοι,
μην εξαντλείστε εξαντλώντας ρίμες·
στραφείτε σε μηρούς, γλουτούς και κνήμες.
Υπέρτατο αυτό που η Φύσις γράφει

στα χοϊκότατα -και μόνο- εδάφη,
που δεν αναγνωρίζουν στίχων πλήμες.
Τις κρονικές απαρνηθείτε λήμες.
Ξεπερασμένοι πια κι οι πορνογράφοι

μοιάζουν την σήμερον που ο καθένας
πιο πίθηκος κι απ’ τους πιθήκους μοιάζει.
Αφήστε τα καμώματα της πένας·

κανέναν, όπως τότε, δεν ταράζει.
(Κι έτσι όπως ξεπετάτε τα σονέτα,
βρείτε και κάποια για καμιά ξεπέτα.)


© Θεοδόσης Βολκώφ

Κυριακή, Νοεμβρίου 18, 2012

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΧΘΑΜΑΛΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ



Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΧΘΑΜΑΛΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ


Η Μούσα μου τις λάσπες δεν φοβάται,
γι’ αυτό συχνά-πυκνά και στιχουργεί
χωρίς πολύ-πολύ να συλλογάται
αν ευγενές το Θέμα προς γραφή
ή αν θα δυσαρεστήσει τη Σχολή·
κρατώντας το δικό της μετερίζι,
τρυφερεμένη κι άλλοτε σκληρή,
τ’ ανθρώπινα αγαπά να καθρεφτίζει.

Η Μούσα μου τ’ ανθρώπινα θυμάται,
για τους Θεούς δεν νοιάζεται πολύ,
κι αν στα ελαττώματά της προσμετράται
και τ’ ότι γοητεία τής ασκεί
συχνά το χθαμαλό απ’ τη Ζωή,
ανέμελη όλο παίζει και σφυρίζει·
η Μούσα μου, κοπέλα και παιδί,
τ’ ανθρώπινα αγαπά να καθρεφτίζει.

Γυναίκα – κι απ’ τα χώματα εφορμάται,
γι’ αυτό και ακόπως τόσο αδιαφορεί,
αν με μισό το μάτι την κοιτάτε
όσο πατούν τα πόδια της τη Γη,
όσο απ’ τις λάσπες δύναμη αντλεί,
όσο μπορεί εν Χρόνω να γνωρίζει·
και μες στα ρυπαρά ερωτική
τ’ ανθρώπινα αγαπά να καθρεφτίζει.

Κι η Μούσα μου με πείνα αληθινή
τίποτε ανάξιό της δεν λογίζει·
αυτό ακριβώς που της αναλογεί
από το ακάθαρτο του κόσμου αγγίζει
και Γλώσσα της το κάνει ευθύς, γιατί
τ’ ανθρώπινα αγαπά να καθρεφτίζει.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Σάββατο, Νοεμβρίου 10, 2012

Η ΜΟΥΣΑ ΤΟΥ ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΟΥ



Η ΜΟΥΣΑ ΤΟΥ ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΟΥ


Για τους Νεκρούς να πω σε Γλώσσα που πεθαίνει,
σε Γλώσσα Νέα, Γλώσσα Αρχαία, Ελληνική
χωρίς να τρέμω ενόσω χάνω κάθε Γη·
ενόσω ο Πόλεμος προβάλλει και προβαίνει,
πώς αντηχούν μες στο κορμί μου οι πεθαμένοι
–πρόγονοι,  σύγχρονοι κι απόγονοι– με αλκή
και πώς μου κάνουν τη φωνή μεταλλική
να πω αυτό που η ψυχή μου τρομαγμένη
κι από οράματα φρικτά καθημαγμένη
παλεύει να ξεχάσει ή ν’ αρνηθεί.

Κασσάνδρα Μούσα προφητεύει τη θανή
μιας Γλώσσας και μιας Χώρας δακρυσμένη·
της Ιστορίας τους Ανέμους ανασαίνει
και –φθέγμα ύπατο– σκληρά χρησμοδοτεί.

«Προοπτική, λέει, διανοίγεται διπλή·
η Χώρα μου από Εμφύλιο σπαραγμένη
είναι η πρώτη και φρικτότατη Ειμαρμένη·
μα η φρικτότερη απ’ τις δυο προοπτική
κι απ’ τη φρικτότατη φρικτότερη αυτή –
να είναι η πρώτη προοπτική ακυρωμένη».

Μίλα, Φωνή. Τι εννοείς; Όμως σωπαίνει.
Κι έχει την όψη της χλωμή και παγερή.
Η Μούσα του Επικείμενου. Η Μούσα Οργή.

Αυτό που γράφω πριν πεθάνω με πεθαίνει.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Τρίτη, Νοεμβρίου 06, 2012

To 1 και το 120

Άρθρο 1 

1. Το πολίτευμα της Ελλάδας είναι Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία.

2. Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία.

3. Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα. 

 Άρθρο 120 

1. Το Σύνταγμα αυτό, που ψηφίστηκε από την Ε' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων, υπογράφεται από τον Πρόεδρό της, δημοσιεύεται από τον προσωρινό Πρόεδρο της Δημοκρατίας στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με διάταγμα που προσυπογράφεται από το Υπουργικό Συμβούλιο και αρχίζει να ισχύει από τις ένδεκα Ιουνίου 1975.

2. Ο σεβασμός στο Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό και η αφοσίωση στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων.

3. Ο σφετερισμός, με οποιονδήποτε τρόπο, της λαϊκής κυριαρχίας και των εξουσιών που απορρέουν από αυτή διώκεται μόλις αποκατασταθεί η νόμιμη εξουσία, οπότε αρχίζει και η παραγραφή του εγκλήματος. 

4. Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία.

Σάββατο, Οκτωβρίου 27, 2012

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΔΙΠΛΗ ΕΚΕΙΝΟΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΑΝΤΡΕΥΤΗΚΕ ΑΠΟ ΦΟΒΟ


ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΔΙΠΛΗ
ΕΚΕΙΝΟΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΑΝΤΡΕΥΤΗΚΕ ΑΠΟ ΦΟΒΟ


Δεν ήμουν, κύριοι, τόσο θαρραλέος
καθώς εσείς – με πίκρα ομολογώ.
Θα πουν πολλοί πως γίνομαι χυδαίος,
πως ασχολούμαι με ό,τι ρυπαρό,
όμως, αλήθεια, απλώς διαπορώ
κι αναρωτιέμαι – πόθεν τόσο θάρρος;
Μια σκέψη κάνω, και τη γράφω εδώ –
Δεν είναι δα το κέρατο και Χάρος.

Δεν ήμουν κατ’ ελάχιστον σπουδαίος.
Για θάρρος μίλησα· θα εξηγηθώ.
Θα ήθελα να μάθω, αν, βεβαίως,
με την ερώτησή μου δεν οχλώ,
πώς προχωρήσατε στο βήμα ενώ
της κεφαλής μας είναι βέβαιο βάρος,
μα την απάντηση προεξοφλώ –
Δεν είναι δα το κέρατο και Χάρος.

Σαν έρχονταν παλιά κάποιος Γενναίος
να μου αναγγείλει με ύφος χαρωπό
τους γάμους του, πώς μ’ έπιανε ένα δέος
και κάποιο τρέμουλο, μα το Θεό,
μπροστά στον άνδρα που τολμούσε αυτό
όταν παντού και πάντα ένας «κουμπάρος»
καραδοκεί· και λέω με το στανιό –
Δεν είναι δα το κέρατο και Χάρος.

Και πράγματι ούτε πλούτος ούτε κλέος
ούτε και κάτι άλλο θαυμαστό
μπορεί ν’ απολυτρώσει από έναν τέως,
από έναν νυν ή μέλλοντα εχθρό
κανένα, μα κανένα σπιτικό·
θα τα φορέσει ακόμη και ο Τσάρος
άδοντας το γλυκόπικρο ρητό –
Δεν είναι δα το κέρατο και Χάρος.

… Τι ατυχία τότε που ήμουν νέος
στη σκέψη αυτή ποτέ να μην σταθώ,
μα να γυρνώ ως πλάνης Ιουδαίος
και ν’ αγνοώ το Μέγα Μυστικό·
κι ενώ έτρεμα της Μοίρας το γραφτό
να μην βρεθεί στον δρόμο μου ένας Φάρος
Πνευματικός να πει: «Για άκου εδώ –
Δεν είναι δα το κέρατο και Χάρος».

Αν ήμουν τώρα ως άλλοτε ακμαίος,
με μάταια θλίψη πια τ’ ομολογώ,
κάποιες μου απόψεις θ’ άλλαζα· ταχέως
θα φρόντιζα – ω ναι! – να νυμφευθώ
κάποιο απ’ τα τόσα γύρω θηλυκό,
κι ας μ’ έπαιρνε ασφαλώς κι εμένα ο σμπάρος,
γιατί το πράγμα πια φιλοσοφώ –
Δεν είναι δα το κέρατο και Χάρος.

Έπρεπε να γεράσω για να δω.
Του βίου του εγγάμου μέγα το άρος
κι όσο για τ’ άλλο – τίμημα μικρό.
Δεν είναι δα το κέρατο και Χάρος.



Του Βαλλισμού Αφιέρωσις


Εις εγγάμους και αγάμους ταπεινώς αφιερούται
το στιχούργημα ως άνω, ποιημάτιον φαιδρόν·
ανεγνώσατε, ω φίλοι, πλην ποσώς εξουδενούται
διά της αναγνώσεως ταύτης το κοινόν ημίν κακόν.

Το ερώτημα αφεύκτως τίθεται· τις δικαιούται
άκερω τον εαυτό του να θεωρήσει εξ ημών;
Εν αγνοία του ή εν γνώσει πως πολλάκις κερατούται
τις να αρνηθή εδυνήθη εξ ανδρών και γυναικών;

Ύπανδροι γυναίκες και άνδρες νυμφευθέντες, με ακούτε,
(καίτοι ανύμφευτος εξ ίσου τάλας ην ο στιχουργών)
μην διά του κεράτου πάσα σχέσις τω όντι ακεραιούται
ως κι ο Βαλλισμός διδάσκει κατά τρόπον στιχηρόν;

Ανθρωπότης, κερασφόρον γένος, το μοιραίον υψούται
μέσω της Γραφής εις Γλώσσαν· δικαιότατα, λοιπόν,
εις εγγάμους και αγάμους, τρυφερώς, αφιερούται
και ασφαλώς – μη με λησμόνει, Εαυτέ – εις Εαυτόν.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Δευτέρα, Οκτωβρίου 15, 2012

Υπέρ το δέον σε τραγούδησα, Ομορφιά...


Υπέρ το δέον σε τραγούδησα, Ομορφιά…


Υπέρ το δέον σε τραγούδησα, Ομορφιά,
και σαν επάνω σου να το ‘χεις πάρει·
κι εγώ μαζί με τα υπόλοιπα σκυλιά,
πιο λιμαρό απ’ τα λιμαρά ζαγάρι.
Όμως το μέσα μου που στέκει κρατερό
και, ανέγνωρο, σε έχει τόσο υμνήσει,
ενώ διψά, μπορεί να φτύνει το νερό
και το ακατάλυτο μπορεί να καταλύσει.
Μην απορείς, λοιπόν, Περήφανη Ομορφιά,
και σπας μ’ αυτά το ωραίο σου κεφάλι·
μα γνώριζε – όσο μπορώ από τη μια
Θεά να σε λατρεύω, από την άλλη
– αν η Ανάγκη, λέω, το απαιτεί –
μπορώ, χωρίς το ελάχιστο να δείξω,
χάριν αυτού ακριβώς εντός μου που σε υμνεί,
με τα ίδια μου τα χέρια να σε πνίξω.


© Θεοδόσης Βολκώφ