Παρασκευή, Δεκεμβρίου 04, 2009

BRUTUS, PECUS, MOLOSSUS

BRUTUS, PECUS, MOLOSSUS


Ζώο της μιας ημέρας, μιας στιγμής
στο απροσμέτρητο άπλωμα του χρόνου,
ο δίχως γνώση, δίχως πίστη, ευτελής
σκόνη των άστρων, παρανάλωμα του πόνου,
το τίποτα που ευθαρσώς φωνάζει «Εγώ»,
η σάρκα που στενάζει και σαπίζει,
ο αρσενικός που θέλει πάντα θηλυκό,
στ’ αρσενικά τα άλλα που γρυλίζει,
αυτά που όσο πληθαίνουν με διαιρούν,
της Ιστορίας λεγεώνες συνιστώσες,
τα προστιθέμενα που όλο με αφαιρούν
κι οι ερμηνείες όλες και οι γλώσσες, -
Κόσμε πολύ, ας είμαι λίγος, δεν μου αρκείς·
όσο ματώνω, θ’ αναβλύζει Εκείνος
και να σιγήσεις, να εξαλείψεις δεν μπορείς
το Μεταφυσικό που είμαι Κτήνος.


© Θεοδόσης Βολκώφ
O πίνακας είναι της Anastasia Korochansckaja

Πέμπτη, Οκτωβρίου 01, 2009

TRISTE

ΤRΙSTE


Mνήμη Mihai Eminescu

Στη θλίψη έλιωσε η φωνή μου δε Σ' ακούω
τώρα είμαι θόρυβος και λόγια και βοή
τώρα είμαι αντίλαλος αυτών που έχω μισήσει
μάτι κενό δράση ανερμάτιστη τυφλή

πρέπει ξανά ξανά στον άνθρωπο να εγκύψεις
ο Λόγος αίμα στο αίμα πάλι ν΄ακουστεί
θανάτωσέ με αν έτσι θέλησες μα πες μου -
εκεί που Εγώ εκεί που Εγώ μαζί μου εσύ.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Πρώτη δημοσίευση www.vakxikon.gr

EX AERE FACTUS


EX AERE FACTUS

Με ποιο απ' τα ονόματά Σου να Σε κράξω,
σε ποιο απ' τα ονόματά Σου απαντάς,
πώς μου ζητάς, σαν μ' έφτιαξες, ν' αλλάξω -
ψυχή από μπρούντζο, γέννημα φωτιάς.

Εσύ που θα με σβήσεις, με ανάβεις.
Στη Γη Σου πώς αλλιώς να πορευτώ;
Χαλκό με θέλησες, χαλκό θα λάβεις.
Συγχώρα με· μα δε Σε συγχωρώ.


© Θεοδόσης Βολκώφ


Πρώτη δημοσίευση www.vakxikon.gr

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 04, 2009

GLOSSA RELIGIOSA

GLOSSA RELIGIOSA

Παρών ο χρόνος όλος· στη στιγμή σου εκβάλλει·
κρουστός πυκνώνει ο χώρος στο σημείο αυτό·
η πυρκαγιά αναστοχάζεται τη σπίθα,
τ’ αεικίνητο ρηθέν το ακίνητο βουβό.

Θρησκεύεται ξανά· πιστεύει πλέρια η σάρκα,
λάμπει ακιβδήλευτη στερνή φορά η ορμή,
χέρι ευλαβές ο ανευλαβής – και σε διαβάζω,
κορμί του ονείρου, συλλαβή τη συλλαβή.

Τώρα αντίκρυ σου λυγίζω και σωπαίνω,
τώρα κοντά σου χαμηλώνω και πονώ·
στην αγκαλιά σου αφήνω το κορμί της Μοίρας
και στο φιλί σου του Καιρού τον λυτρωμό.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Κυριακή, Ιουλίου 19, 2009

I.K.Γ., Παραβολή




Κάποιο χειμωνιάτικο βράδυ, ο Διάβολος εμφανίστηκε έξαφνα στη συντροφιά τριών νεαρών φίλων και προσφέρθηκε να πραγματώσει μιαν ευχή του καθενός. Ο πρώτος, ο ωριμότερος, ευχήθηκε να κερδίσει την γυναίκα που αγαπούσε. Ο δεύτερος, να καταξιωθεί στο πεδίο της τέχνης του (γιατί είχε τη φιλοδοξία να γίνει συγγραφέας). Ο τρίτος, ο πιο ντροπαλός, ευχήθηκε μ’ ένα ελαφρό κοκκίνισμα στα μάγουλα, να είναι διαρκώς ερωτευμένος.

Τα χρόνια κι οι προσωπικές επιδιώξεις χώρισαν τους τρεις συντρόφους. Επτά έτη αργότερα, η τύχη τούς έφερε πάλι κοντά. Ο πρώτος ήταν ήδη διαζευγμένος· ο δεύτερος εργαζόταν ως κριτικός λογοτεχνίας σε κάποιο περιοδικό· κι ο τρίτος, είχε γίνει ποιητής.

Ι.Κ.Γ.

Παρασκευή, Ιουνίου 19, 2009

Έτσι όπως η ζωή με περιζώνει

Έτσι όπως η ζωή με περιζώνει

Έτσι όπως η ζωή με περιζώνει,
με τον λυγμό στο στήθος μου πνιγμένο,
τη μνήμη ανήλεη να σε δικαιώνει,
σε κάθε λέξη, ακόμη, ν’ ανασαίνω

την απουσία που όλα τ’ αξιώνει
και υποτακτικός τής τα πηγαίνω,
και το άγραφο τη Γλώσσα να στοιχειώνει
και να ντροπιάζει πάντα το γραμμένο,

φαγώθηκαν τα χείλη από τις λέξεις
και δεν ανοίγουν σε φιλιά άλλα χείλη·
το απέραντο γαλάζιο όχι αντιστύλι

και, η περηφάνεια, ισχνή για να συντρέξεις·
κι οι γύρω να μην είν’ εχθροί ούτε φίλοι.
Έτσι έκθετος να ζεις κι έτσι ν’ αντέξεις.


© Θεοδόσης Βολκώφ

PRECATIO

PRECATIO
Εσύ που αρέσκεσαι
ασχήμια και ομορφιά αναίτια να ταιριάζεις
κι εκεί που δύναμη παραχωρείς
σωρεύεις τις πληγές ανά εκατό

αφού αλίμονο ομορφιά δε μού ‘χεις δώσει
και μόνο λύπηση και χλεύη αποσπώ

κάνε να στρέψω αλλού τη δύναμή μου
και να μη θέλω πια το κάθε θηλυκό.

© Θεοδόσης Βολκώφ

FRAGMENTA PSALMORUM

FRAGMENTA PSALMORUM
Για τη Μάνα μου


I
Ρώτησες κάποτε; Πλέον όμως δε ρωτάς.
Κι όταν εγώ ρωτώ, φρικτά σωπαίνεις.
Δεν ξέρω πώς μισείς, πώς αγαπάς,
αν κάτι απ’ όλους μας ακόμα περιμένεις.

ΙΙ
Σ’ ένιωσα χείμαρρο φωτιάς μες στον γκρεμό,
κι έκτοτε βρίσκομαι εκεί απ’ όπου λείπεις,
και τόλμησα και απάντησα, ιδού, ιδού εγώ,
κι έγινα ο περίγελως και το άθυρμα της λύπης.

ΙΙΙ
Πίστη αβάσταγη, τραχιά, χωρίς ελπίδα·
πιστεύω, επίστευσα, πιστεύσω· με πιστεύεις;
κι είμαι όλος έγνοια κι αγωνία και φροντίδα,
κι Εσύ τη Λέξη μέσα μου όλο και στερεύεις.

ΙV
Σκιά σκιάς με δίχως περηφάνεια,
έρημος τον εαυτό μου να κακίζω,
ξένος του κόσμου Εσέ δοξολογώ
και μέσα σε λυγμούς εμένα υβρίζω.

V
Όλος ανόμημα και αήττητη εντός μου αμαρτία·
σκέψη ισχνή, πράξη άπραγη, του εαυτού μου είμαι η απουσία·
κι όπου κι αν δώσεις να σταθώ, εγώ είμαι λάθος·
κίνηση αέναη, δρόμος κανείς, και στείρο πάθος.

VI
Aν ό,τι γνώριζα πια δε γνωρίζω
κι ό,τι κι αν άγγιξα χαλκεύω
και πράττοντας τα πράγματα ψευτίζω,
δείξε μου πού -αν κάπου- αληθεύω.

VII
Τη θλίψη μου κατοίκησα, φωνή που λιώνει,
μα πριν – αντρειεύεται η άσκυφτη βλαστήμια:
είμαι το ασλάνι σου το μαύρο μες στ’ αγρίμια,
ούτε μετ’ από Σένα ο Άνθρωπος τελειώνει.
VIII
Aπ’ ό,τι κράτησα ή κρατώ τι μέλλει να κρατήσω;
Από τον Χρόνο Σου αλώνονται τα μύχια.
Τι αγαπώ; Τι αγάπησα; Μπορώ να αγαπήσω
με όλα τα δόντια που έχω και τα νύχια;

IX
Ας ήσουν η ελάχιστη φωνή, όμως δεν είσαι.
Σε απώλεσα· Σε απώλεσα· Εσύ ας με κερδίσεις·
το δράμα που όλο δένεται, μια και για πάντα, λύσε·
γράψε με ακόμα μια φορά -στερνή- προτού με σβήσεις.

Χ
Ποιο το ακατάλυτο στου γίγνεσθαί Σου το καμίνι;
Όχι γυναίκα, όχι παιδιά, σύντομα όχι στέγη·
ό,τι αφαιρέσεις από εδώ, πού, πώς να ξαναγίνει;
Ότι πολύ ηγάπησε, διό και νυν Σε ψέγει.
ΧΙ
Όποιος και όπου κι όπως κι αν είσαι,
πόσα άλλα δάκρυα πια για να Σε δούμε;
Αιώνες πριν μας θέλησες κι αιώνες μάς αρνείσαι,
χωρίς Εσένα προς Εσένα προχωρούμε.

ΧΙΙ
Ν’ αντέχεις λέω ν’ αντέχεις
την πλημμυρίδα και την άμπωτη
της Λέξης το ξεχείλισμα
και το πικρό το στέρεμά της.

ΧΙΙΙ
Βαρύς, σημαίνει θάνατο, ο χτύπος της καμπάνας.
Τέλος του κόσμου. Και ντροπή, ούτε καν Σε ψέλλισα·
κι ούτε ελεγεία ή προσευχή κι ούτε -αλίμονο- παιάνας.
Αλλιώς, αλλιώτικο με θέλησα.



© Θεοδόσης Βολκώφ

Τετάρτη, Απριλίου 15, 2009

MYSTERIUM


MYSTERIUM


Νύχτα. Τον θόλο τ’ ουρανού η αστραπή διατρέχει
από τη μια τού ορίζοντα ώσμε την άλλη άκρη,
με φως κυανό τονίζοντας σε μια στιγμή τα μάκρη
μέλαινας γης που υπόμονη και σοβαρή προσέχει·
ν’ ακούσει· τι; Σαν θάνατος, σιωπή στην πλάση πάσα
κι όλα ριγούν ακίνητα στην πρώτη μέσα σκέψη,
ο Κόσμος που ξεκόρμισε στη μήτρα να επιστρέψει,
σαν μακελεύτρα τον γεννά του Αρχαίου Θεού η ανάσα.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Επίγραμμα



Επίγραμμα


Το παντελόνι κυνηγά συνέχεια το φουστάνι
και το μαντήλι πού ‘πεσε το αφήνω στο κενό.
Κυρίες, υπάρχουν Κύριοι. Κι εγώ σα νά ‘χω κάνει
πολλά. Κάπου βαρέθηκα το ρόλο το γνωστό.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Πέμπτη, Μαρτίου 05, 2009

Αγία Θηρεσία


Ψυχή μου θηλυκιά, όλο προσμένεις
το βλέμμα Του, τον ψίθυρο, το χάδι·
αόρατη σκιρτάς και υπομένεις
τα πάντα ή σχεδόν για ένα σημάδι

που θα σου δείξει - ες μάτην δε διαβαίνεις
στου κόσμου το αβασίλευτο σκοτάδι·
πως αγαπάς, πως αγαπιέσαι κι ανασαίνεις
το απρόσιτο οικείο, και στον Άδη.

Να ιδωθείς ολάκερη ως είσαι -
του Αγαπημένου, αρχή ιερή και τέλος,
και μέσα Του να πεις στο φως σου "δύσε"...

ένας σπασμός απ' το χρυσό σε λύνει βέλος
που ανήλεο, μυστικό σε διαπερνά
ώσμε το ύστατο, εκπνέον Ωσαννά.



© Θεοδόσης Βολκώφ