Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Δεκεμβρίου 05, 2017

"Ρέκβιεμ" σε μελοποίηση Μιχάλη Γούτη



Μουσική: Μιχάλης Γούτης
Ποίηση: Θεοδόσης Βολκώφ
(από τη συλλογή Missa Brevis)

Τραγούδι: Γιάννης Τέμπρελης
Απαγγελία: Θάνος Φερετζέλης
Κλαρίνέτο: Χρήστος Παπαδόπουλος
Βιολί: Στέφανος Σεκέρογλου
Τσέλο: Στέλλα Τέμπρελη
Κιθάρα: Χρόνης Κουτσουμπίδης
Πιάνο: Γιώτα Παπαδοπούλου
Κρουστά: Γιάννης Ριζόπουλος
Ηχοληψία - Μίξη: Λεωνίδας Μπειλής, Studio Polytropon
Φωτογραφία: Απόστολος Δουγαλής

***            ***             ***

Λέξη πιο πριν που λάτρευε τη λέξη,
έρωτας μ'εναν έρωτα αγκαλιά
φλόγα πιο πριν που γύρευε τη φλόγα,
φωτιά που διαπερνούσε τη φωτια. 

Στάχτη μετά που σμίγει με τη στάχτη,
κάρβουνο μ'άλλο κάρβουνο μαζί,
καπνός που τον καπνό περιτυλίγει,
σιωπή που ενατενίζει τη σιωπή.

Να σε θρηνήσω κάποτε ορκίστικα,
με λέξεις ζωντανή να σε κρατήσω
τις λέξεις δένοντας βαθύτερα απελπίστηκα.
Ο θάνατός σου ακλόνητος κρατά το ίσο.

Στις λέξεις η ζωή μου όλη πέρασε,
γι΄αυτό και πιο βαριά η βαρια σιωπή μου.
Αυτό που χάθηκε, αλίμονο, δε γέρασε
και νεο πάντα με οδηγεί στην τελευτή μου.

Μέσα στο άδειο πράξε και στο τίποτα,
γίνε κορμί για την ψυχή του Απόλυτου,
βαριά κληρονομιά σου τα ανείπωτα,
σώμα για το σπαθί και για το βόλι Του.

Τα μυστικά που μυστικά μετάλαβες,
όλα τα ταπεινά και θεοφίλητα,
την ώρα αυτή που μ' έφοδο κατάλαβες
σμίγουν τα σιωπηλά με τα αμίλητα.

Από το βιβλίο "Missa Brevis"

Δευτέρα, Οκτωβρίου 30, 2017

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΝΕΚΡΗΣ ΔΟΞΑΣ

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΝΕΚΡΗΣ ΔΟΞΑΣ

Μνήμη Ηλία Λάγιου

Της σκέψης Πρίγκιπα, μας τέλειωσε η μνήμη.
Η λήθη μόνον από δω κι εμπρός θα ζήσει
κι ο μέγας πίθηκος της δόξας πια, η φήμη,
μόνο το γένος των πιθήκων θ’ αναστήσει.
Κι αφού στα πέρατα της γης διασαλπίσει
το τρομερό που επικρατεί πιθηκομάνι,
την ώρα ετούτη τη στερνή πριν απ’ τη δύση
σύρε κι ανάγγειλε: «Η δόξα έχει πεθάνει».

Της θλίψης Πρίγκιπα, του πένθους μας η πλήμη, 
τρισεύγενη κι αναίτια φονευμένη φύση,
ιδού το ύστατο που μέλλεται δοκίμι
στα έγκατα της άνω γης, που σ’ έχει κλείσει:
Τη γη σου οι πίθηκοι την έχουν κατακλύσει,
στους ώμους σου χοροπηδούν, Γίγαντα, οι νάνοι
κι έχουν τον λόγο σου οι ανύπαρκτοι συλήσει.
Σύρε κι ανάγγειλε: «Η δόξα έχει πεθάνει».

Του στίχου Πρίγκιπα, του έρωτα τ’ αγρίμι
πήρε απ’ τη γλώσσα σου φωνή για να μιλήσει,
της Αγαπώς να πει το στήθος και την κνήμη,
το παραμύθι το θνητό ν’ αθανατίσει.
Μα ποιος και πότε, πώς και πού να σε γνωρίσει.
Ευδοκιμούν παντού και πάντα οι τσαρλατάνοι.
Τις κορυφές κι ας έχεις, Λάγιε, κατακτήσει,
σύρε κι ανάγγειλε: «Η δόξα έχει πεθάνει».

Του τέλους Πρίγκιπα, που σ’ έχουμε αγαπήσει,
στον τόπο αυτόν που τα μυρμήγκια τρων τ’ ασλάνι
και που λυσσομανούν οι φθόνοι και τα μίση,
σύρε κι ανάγγειλε: «Η δόξα έχει πεθάνει».

© Θεοδόσης Βολκώφ

Πρώτη δημοσίευση apoikia.gr

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 07, 2017

ΔΩΣΕ ΜΟΥ ΧΡΟΝΟ


Δώσε μου χρόνο 

Ω δώσε, Κύριε, να φτάσω στα ογδόντα 
με το κορμί και το μυαλό μου ακέριο, 
κι εγώ ναό θα Σου πυργώσω στέριο 
που θα δοξάζει και θα υμνεί πάντα τα όντα.

Αν όχι, ευδόκησε να φτάσω στα εξήντα, 
κι ορκίζομαι πως θα ’χω ως τότε χτίσει 
κάστρο τρανό μες στην τρανή σου φύση 
και με το αίμα μου βαμμένο αντί για τίντα.

Κι αν όχι, κάνε με να φτάσω στα σαράντα, 
κι ας αρκεστείς σε τούτον τον πυργίσκο 
που έχω μέχρι τώρα κατορθώσει.

Στον μισοτελειωμένο αυτόν ναΐσκο  
εκείνος που γνωρίζει θ’ αναγνώσει 
την πυρωμένη τη σφραγίδα Σου – για πάντα.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Πέμπτη, Μαρτίου 02, 2017

Στον ΠΙΕΡ ΝΤΕ ΡΟΝΣΑΡ



Στον Πιερ ντε Ρονσάρ,
«πρίγκιπα των ποιητών και ποιητή των πριγκίπων»

Μνήμη Κώστα Βάρναλη,
που έγραψε για εκείνον


Εμένα με συνέχει απόψε η έννοια
να σου ιστορήσω αφότου έχεις λείψει
το τι συνέβη στο έργο σου: έχει εκλείψει.
Δεν πίνουν της πηγής σου τ’ αργυρένια

και τα χρυσά τα νάματα. Κερένια
είδωλα πια κι οι ποιητές. Κι η θλίψη
του μηδενός στους πάντες έχει ενσκήψει
και μας κρατά σ’ αρπάγια σιδερένια.

Για ποια Φραγκιά μιλάς και ποια Εγγλιτέρα;
Τον Στίχο σου η λήθη σαβανώνει
κι οι νέοι σ’ αγνοούν –Γάλλοι και πέρα–

και ψευτοζείς μονάχα στα χαρτιά μου.
Κι ωστόσο μη σε μέλλει. Πρίγκιπά μου,
τούτ’ η εποχή τα πάντα θανατώνει.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Πέμπτη, Οκτωβρίου 06, 2016

ΣΙΒΥΛΛΑ

Σίβυλλα


Κοιτώ την ομορφιά σου που ατενίζει
εκείνο που δεν δύναμαι να δω
χωρίς την καλλονή σου που με οπλίζει·
για τούτο και το κάλλος σου υμνωδώ.
Μορφή σιβυλλική, μες στ’ όραμά σου
ποιος κόσμος ξεδιπλώνεται καινός,
ποιος πόλεμος ξεσπά στ’ ανάβλεμμά σου,
ποιος Έρως, ποιος Λαός και ποιος Θεός.
– Χορούς δαιμόνων βλέπω, και αγγέλων
ψαλμούς ακούω πέρα μακριά…
Σκοτάδι, μα ξεκρίνω μες στο μέλλον
βασιλική και πύρινη γενιά
ως νέμεση και άστρο ανατέλλον…
Το φως γεννιέται πάντα απ’ τη φωτιά.



© Θεοδόσης Βολκώφ

Παρασκευή, Απριλίου 22, 2016

Το σονέτο είναι... (Μεταγραφή)


To σονέτο είναι...

Το πλέον εύκολο των ποιημάτων,
που πράγματι ο καθείς μπορεί να γράψει.
Διαλέγεις απ’ την γκάμα των θεμάτων,
προσέχοντας το μέτρο να ’ναι εντάξει.

Σε κάθε στίχο οι πόδες να ’ναι ίσοι,
κατά προτίμηση ίαμβοι, και κοίτα
μήπως κανείς τροχαίος παρεισφρήσει
χαλώντας την ποιητική σου πίτα.

Χρειάζεσαι ακόμη κάποιες ρίμες
πλεχτές στις τρεις τετράστιχες στροφές σου,
διάφορες μεταξύ τους να ’ναι εκείνες,
και μια καινούργια ρίμα στο κουπλέ σου.

Βλέπεις λοιπόν πως είναι παιχνιδάκι…
Αν είσαι ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ, ποιητάκι.

Κatherine Ashewode
Μεταγραφή: Θ. Βολκώφ



The sonnet is the easiest of poems,
It really is a piece of cake to write,
You take a theme, like birds, or love, or homes,
And then just need to get the meter right.

For every line you need to have five "feet,"
Each one of them should make the sound "da-DUM,"
And don't put in another type of beat
'Cause then your sonnet really will sound dumb.

You also need to put some rhymes in there
To fill three verses, each will have four lines,
Lines one and three, and two and four will share,
And two lines at the end will also rhyme.

And so you see how easily it goes...
If you are William Shakespeare, I suppose.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 18, 2015

ΛΕΩΝΙΔΑΣ


Λεωνίδας  

Απόψε ο Λεωνίδας ξενυχτά. 
Στα χρόνια τα πενήντα του φτασμένος, 
την πείρα συνταιριάζει και το μένος 
και είναι πάγος όσο και φωτιά. 
Τα τριακόσια επισκοπεί κορμιά. 
Κάθε Σπαρτιάτης του, έτσι κοιμισμένος, 
την ομορφιά ενσαρκώνει και το σθένος, 
της Σπάρτης και εικόνα και καρδιά. 
Το χρέος του εδώ τον έχει φέρει, 
εδώ πυκνώνει όλη του η ζωή 
κι ο Βασιλιάς αδάκρυτος πενθεί, 
όχι της αύριον τον χαμό που ξέρει, 
 μα αιώνες ύστερα, σβησμένο αστέρι, 
τον θάνατο της Σπάρτης που έχει δει. 

© Θεοδόσης Βολκώφ

Σάββατο, Αυγούστου 29, 2015

ΕΝΩ ΚΟΙΜΑΤΑΙ


ΕΝΩ ΚΟΙΜΑΤΑΙ
                                                                                      Tης  Νίκης 
                                                                           
Το αγαπημένο στήθος που αναπάλλει, 
ενώ κοιμάται ολόγυμνη, αργά, 
κι ο ιδρώτας της μετά την τόση πάλη 
στης ράχης της το χνούδι που κυλά. 
Κατόπιν, το λεπτό φλεβώδες χέρι, 
τα χείλη τα μισάνοιχτα, οι χυμοί 
που τρέξαν απ’ τ’ απόκρυφά της μέρη, 
των ξέπλεκων μαλλιών της η οσμή· 
κι ο αυχένας της το δάγκωμα που ξέρει 
και τα σημάδια σ’ όλο το κορμί. 
Της σάρκας το πανόραμα τελειώνει 
στη μέση, στη γαστέρα, στους γλουτούς, 
στο πόδι της που εξέχει απ’ το σεντόνι 
κι από του στρώματός της τους γκρεμούς. 


 © Θεοδόσης Βολκώφ

Πέμπτη, Ιουλίου 02, 2015

ΌΧΙ


ΟΧΙ

Ο τόπος ξαναγίνεται τρισένδοξο αλωνάκι
που το κυκλώνουν γίγαντες και το ξεσχίζουν δράκοι.
Ερρίφθη ο κύβος. Σας κρατούν σε σιδερένια απόχη.
Μα σαν ηχώ, κι από μακριά, αντιλαλούσε τ’ Όχι.

Ξανά ποια μοίρα κλείνεται σε ποια στενά μονάχη
και την ισκιώνουν φόβητρα και την πλακώνουν βράχοι;
Κράτος και Βία, οι Δυνατοί, θα ρίξουν φλογοβρόχι.
Μα σαν ηχώ, κι από παλιά, αντιδονούσε τ’ Όχι.

Νύχτα είναι ο κόσμος γύρω μου, κι εγώ αγρυπνώ βαθιά του.
Καθένας και τα όπλα του. Καθένας κι η μεριά του.
Θα σας συντρίψουν μέχρι ενός. Ζαρώστε σε μια κώχη.
Και σαν ηχώ, κι από βαθιά, αντιβροντούσε τ’ Όχι.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Κυριακή, Φεβρουαρίου 22, 2015

VERSUS

VERSUS


Ελάτε, Στίχοι μου, να κάνουμε εχθρούς.
Δεν έχουμε ακόμη αυτούς που πρέπει·
μονάχα κάτι μισερούς και χλιαρούς·
έναν εσμό που σήπεται και έρπει.
Ελάτε, Στίχοι μου. Γενήτε μισητοί.
Στις αρετές του κόσμου σας ριχτείτε
σαν και το μαύρο –κι όλο λύσσα–- το σκυλί
κι ώσμε τα δόντια, Στίχοι μου, οπλιστείτε.

Κι ανίσως νιώσετε τον στείρο γλυκασμό
και τη μαυλίστρα ανίσως νιώσετε ειρήνη,
σκοτώστε τον, ποδοπατήστε την, κι εγώ
την αληθή θα σας διδάσκω απειροσύνη –
του Μίσους, Στίχοι μου, του Μίσους που ρυθμό
πολεμικότατο σε νου και πράξεις δίνει,
Στίχοι από μέταλλο –κυκλώπειο και σκληρό–
κι απ’ την τραχιά που με συνέχει μνημοσύνη.

Το ίδιο τ’ όνομά σας το δηλοί,
το σταθερό εκείνο εναντίον·
ουσία σας και πράξη και οφειλή
το versus και το adversus των ανδρείων.

Ελάτε, οι Στίχοι μου, τη μια με καλπασμούς,
την άλλη σαν τους κλέφτες, σαν φονιάδες,
σαν πυρκαγιά που απλώνει στους αγρούς
και σαν τους λύκους πάνω στις αρνάδες.
Ελάτε, Στίχοι μου, να κάνουμε εχθρούς,
ελάτε πάλι με όλους τους ανέμους
και πάλι ελάτε με όλους τους σεισμούς,
ελάτε για να κάνουμε πολέμους.



© Θεοδόσης Βολκώφ

Πέμπτη, Νοεμβρίου 06, 2014

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ
 ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

 Του Ααρών Μνησιβιάδη

Μια προσευχή να πω. Μια προσευχή,
βγαλμένη απ’ των βουβώνων μου τον σάλο
κι από των σπλάχνων μου την ταραχή.
Με τη σπασμένη μου φωνή να ψάλω
αυτό που υπήρξε ανέλπιστα μεγάλο
και γέννησε τον Ίμερο της Λέξης…
Μα τώρα, Πρίγκιπα, βουβός ασχάλλω.
Ελέησον. Με στίχους μη μ’ εμπαίξεις.

Σ’ εσένα, Μαύρε Πρίγκιπα, Εραστή,
που φλέγεσαι απ’ τη μελανή σου άλω,
του γυναικείου ζώου δαμαστή,
προσεύχομαι· μα τι να καταβάλω
στον οχεικό παραδομένος ζάλο
ως τίμημα… Τη νύχτα αυτή ας στέρξεις…
Το σώμα της. Δεν θέλω τίποτ’ άλλο.
Ελέησον. Με στίχους μη μ’ εμπαίξεις.

Πρίγκιπα, Εραστή και Ποιητή,
τις λέξεις σού αποδίδω που θα βγάλω
από το νικημένο μου κορμί
όπως μαζί μαραίνομαι και θάλλω.
Δεν θέλω πια ως Λόγος ν’ αναπάλλω.
Μα, Πρίγκιπα, γοργός ας με συντρέξεις.
Τον ποιητή γυρεύω ν’ αποβάλω.
Ελέησον. Με στίχους μη μ’ εμπαίξεις.

Πρίγκιπα, ηττήθηκα. Το πνεύμα εάλω.
Κι αν δεν μπορείς σ’ αυτή να μ’ επιστρέψεις,
ζητώ τουλάχιστον σιωπή – κι ας σφάλλω.
Ελέησον. Με στίχους μη μ’ εμπαίξεις.



© Θεοδόσης Βολκώφ

Δευτέρα, Αυγούστου 04, 2014

Σανδάλι θα ’θελα να είμαι απλό…


Σανδάλι θα ’θελα να είμαι απλό…

Oh, that I were a glove upon that hand
That I might touch that cheek!
W. Shakespeare

  Σανδάλι θα ’θελα να είμαι απλό
για να φιλώ το πέλμα σου
και με τη γη το σώμα σου να δένω
ενόσω γύρω σου θα δένομαι
σαν τον κισσό·

να ντύνω με το δέρμα μου
τη γύμνια του ποδιού σου, να φιλώ
τις φάλαγγες και την καμάρα
το μετατάρσιο, κατόπιν τον ταρσό
με τους σχεδόν πετρώδεις αστραγάλους·

 εντέλει μες στη σκόνη να φθαρώ
κι απ’ το περπάτημά σου που είναι τόσο
αέρινο και χθόνιο εν ταυτώ
κάτω απ’ τη φτέρνα σου
σανδάλι ταπεινό
τη φτέρνα σου φιλώντας να τελειώσω.



© Θεοδόσης Βολκώφ

Πέμπτη, Μαΐου 29, 2014

ΤΑ ΜΟΙΧΙΚΑ δ'

ΤΑ ΜΟΙΧΙΚΑ
δ’

Λύσε τα μαύρα σου μαλλιά
κι άσε το πράσινο ν’ αστράφτει
των δυο ματιών σου, τη θωριά
της γύμνιας ντύσου που με σκάφτει·

δείξε τα δόντια σου, Ομορφιά,
και μπήξε τα και γέψου το αίμα,
βγάλε τα νύχια τα γαμψά
και αφέσου στο δικό μου βλέμμα·

στάσου αντίκρυ μου ορθή,
πανέτοιμη για κάθε πάλη
και αυτάρεσκη, δεσποτική,

τίναξε πίσω το κεφάλι.
Σπεύσε, Ομορφιά. Τι περιμένεις.
Λάβε την όψη της Λεαίνης.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Κυριακή, Μαΐου 25, 2014

Είναι μια χώρα η Ελλάς...


Είναι μια χώρα η Ελλάς...
(Τραγούδι) 


Είναι μια χώρα η Ελλάς
που τη θαυμάζει ο κόσμος όλος·
εκεί ο Άρχοντας ραγιάς
είναι και θέμελο και θόλος.

Στα μέτρα του την έχει φτιάξει
κι έτσι μικρή και λιγοστή
τη βάζει γρήγορα σε τάξη
κάθε που πάει να σηκωθεί.

Είναι μια χώρα η Ελλάς
του κόσμου ηρώισσα δασκάλα·
εκεί ο Άρχοντας ραγιάς
πράττει μικρά λέει μεγάλα.

Στα μέτρα του την έχει κόψει
ο τσιφλικάς που μοιάζει αστός
και στου καθρέφτη του την όψη
πλεμπάγια έγινε ο λαός.

Είναι μια χωρά η Ελλάς
που γέννησε μια θεία Γλώσσα·
εκεί ο Άρχοντας ραγιάς
τα πάντα σκέφτεται σε γρόσα.

Στα μέτρα του την έχει φέρει
κι έτσι οι φτωχοί κι οι ταπεινοί
περνιούνται πάντα απ’ το μαχαίρι
όταν δεν παίρνουν το σπαθί.

Είναι μια χώρα η Ελλάς
της Ιστορίας παινεμένη·
εκεί ο Άρχοντας ραγιάς
ποτέ ποτέ του δεν πεθαίνει.

© Θεοδόσης Βολκώφ

Παρασκευή, Μαΐου 23, 2014

Canis lupus familiaris



Canis lupus familiaris


 Με το ένα μάτι καστανό,
τ’ άλλο γαλάζο
τον άνθρωπο φυλάσσω,
και κοιτάζω
τον λύκο να εφευρίσκει.

Πώς; – Σε φύλλα
γράφοντας κι όλο γράφοντας.
Νυστάζω.

Μπροστά του πέφτω και κοιμάμαι η σκύλα
και στ’ όνειρό μου μέσα δοκιμάζω
της γνώσεως τ’ απαγορευμένα μήλα.
Ξυπνώ.
Στη γλώσσα μου μιλώ
και ουρλιάζω.

Τον λύκο με τον σκύλο συνταιριάζω,
και του απευθύνομαι
 – Μου μοιάζεις και σου μοιάζω.


©
Θεοδόσης Βολκώφ

Σάββατο, Μαΐου 10, 2014

ΕΠΙΣΤΟΛΗ

ΕΠΙΣΤΟΛΗ


Ονόματα δεν παίρνει αυτό που ζούμε
έτσι όπως πλήρες έχει εγγραφεί
στην αθωότητα του γίγνεσθαι
και είναι αυτό που είναι
κρυφό και άδηλο και ανείπωτο
ουσία γυμνή
κι επίθετα χωρίς.

Δεν ψάχνω ονόματα λοιπόν να βρω σ’ εκείνο
που δίχως λέξεις δύναται ν’ ανθεί
και τα κορμιά μας έτσι να ψυχώνει
την ώρα που συμπλέκονται συσπώνται
δονούνται περιστρέφονται γυμνά
κι όταν υπάρχουν τόσο ή κατά τρόπο
που τίποτε άλλο πια δεν μένει να υπάρξει.

Δεν έχω ανάγκη να ονομάζω την αγάπη
τον έρωτά μου Έρωτα να πω
και στα χαρτιά μου να τον δω και να τον δείξω
να ψιθυρίσω ή να φωνάξω είναι αυτός·

να φέρω λόγια εκεί που όλα τα λόγια
δεν έχουν και δεν θα ’χουν εξουσία
να ονοματίσω όπως-όπως τη στιγμή
και τη ζωή αυτή να συνοψίσω
να υποκύψω πάλι σε ορισμούς
να πω πως έχω εκείνο που με έχει
και στο άτιτλο κατ’ εξοχήν να βάλω τίτλο.

Τι σημασία έχουν οι λέξεις πες μου
όταν ριζώνουμε έτσι στη σιωπή
και η σιωπή αδόκητα καρπίζει
κι όταν το μεταξύ μας είναι ρώμη
πράξη και δράση ενέργεια καθαρή
σημείο μηδέν απ’ όπου όλα αρχίζουν.

Ανώνυμο το ανώνυμο θ’ αφήσω
σε τόπο άτοπο εκεί να κατοικεί
και το άχρονο διαρκώς να επιστρέφει
και να 'ναι μες στη νύχτα η αστραπή.
Ανείπωτο το ανείπωτο θ’ αφήσω
και γιατί άγραφο θα βιωθεί
γι’ αυτό και απαράγραπτο θα μένει

γι’ αυτό και αφού τελειώσει
θα διαρκεί.




© Θεοδόσης Βολκώφ