Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπαλάντες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπαλάντες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Οκτωβρίου 30, 2017

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΝΕΚΡΗΣ ΔΟΞΑΣ

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΝΕΚΡΗΣ ΔΟΞΑΣ

Μνήμη Ηλία Λάγιου

Της σκέψης Πρίγκιπα, μας τέλειωσε η μνήμη.
Η λήθη μόνον από δω κι εμπρός θα ζήσει
κι ο μέγας πίθηκος της δόξας πια, η φήμη,
μόνο το γένος των πιθήκων θ’ αναστήσει.
Κι αφού στα πέρατα της γης διασαλπίσει
το τρομερό που επικρατεί πιθηκομάνι,
την ώρα ετούτη τη στερνή πριν απ’ τη δύση
σύρε κι ανάγγειλε: «Η δόξα έχει πεθάνει».

Της θλίψης Πρίγκιπα, του πένθους μας η πλήμη, 
τρισεύγενη κι αναίτια φονευμένη φύση,
ιδού το ύστατο που μέλλεται δοκίμι
στα έγκατα της άνω γης, που σ’ έχει κλείσει:
Τη γη σου οι πίθηκοι την έχουν κατακλύσει,
στους ώμους σου χοροπηδούν, Γίγαντα, οι νάνοι
κι έχουν τον λόγο σου οι ανύπαρκτοι συλήσει.
Σύρε κι ανάγγειλε: «Η δόξα έχει πεθάνει».

Του στίχου Πρίγκιπα, του έρωτα τ’ αγρίμι
πήρε απ’ τη γλώσσα σου φωνή για να μιλήσει,
της Αγαπώς να πει το στήθος και την κνήμη,
το παραμύθι το θνητό ν’ αθανατίσει.
Μα ποιος και πότε, πώς και πού να σε γνωρίσει.
Ευδοκιμούν παντού και πάντα οι τσαρλατάνοι.
Τις κορυφές κι ας έχεις, Λάγιε, κατακτήσει,
σύρε κι ανάγγειλε: «Η δόξα έχει πεθάνει».

Του τέλους Πρίγκιπα, που σ’ έχουμε αγαπήσει,
στον τόπο αυτόν που τα μυρμήγκια τρων τ’ ασλάνι
και που λυσσομανούν οι φθόνοι και τα μίση,
σύρε κι ανάγγειλε: «Η δόξα έχει πεθάνει».

© Θεοδόσης Βολκώφ

Πρώτη δημοσίευση apoikia.gr

Πέμπτη, Νοεμβρίου 06, 2014

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ
 ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

 Του Ααρών Μνησιβιάδη

Μια προσευχή να πω. Μια προσευχή,
βγαλμένη απ’ των βουβώνων μου τον σάλο
κι από των σπλάχνων μου την ταραχή.
Με τη σπασμένη μου φωνή να ψάλω
αυτό που υπήρξε ανέλπιστα μεγάλο
και γέννησε τον Ίμερο της Λέξης…
Μα τώρα, Πρίγκιπα, βουβός ασχάλλω.
Ελέησον. Με στίχους μη μ’ εμπαίξεις.

Σ’ εσένα, Μαύρε Πρίγκιπα, Εραστή,
που φλέγεσαι απ’ τη μελανή σου άλω,
του γυναικείου ζώου δαμαστή,
προσεύχομαι· μα τι να καταβάλω
στον οχεικό παραδομένος ζάλο
ως τίμημα… Τη νύχτα αυτή ας στέρξεις…
Το σώμα της. Δεν θέλω τίποτ’ άλλο.
Ελέησον. Με στίχους μη μ’ εμπαίξεις.

Πρίγκιπα, Εραστή και Ποιητή,
τις λέξεις σού αποδίδω που θα βγάλω
από το νικημένο μου κορμί
όπως μαζί μαραίνομαι και θάλλω.
Δεν θέλω πια ως Λόγος ν’ αναπάλλω.
Μα, Πρίγκιπα, γοργός ας με συντρέξεις.
Τον ποιητή γυρεύω ν’ αποβάλω.
Ελέησον. Με στίχους μη μ’ εμπαίξεις.

Πρίγκιπα, ηττήθηκα. Το πνεύμα εάλω.
Κι αν δεν μπορείς σ’ αυτή να μ’ επιστρέψεις,
ζητώ τουλάχιστον σιωπή – κι ας σφάλλω.
Ελέησον. Με στίχους μη μ’ εμπαίξεις.



© Θεοδόσης Βολκώφ

Τρίτη, Απριλίου 15, 2014

H MΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΓΕΝΕΩΝ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΠΩΝ

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ
ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΓΕΝΕΩΝ
ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΠΩΝ


Ειρωνικά γελούσανε τα μάτια
κάθε που στρέφαμε στα περασμένα
το βλέμμα μας· καλύβια και παλάτια
τα βλέπαμε μπροστά μας γκρεμισμένα,
τα πλήθη των ανθρώπων γελασμένα
από ιδέες, δράσεις, πίστεις, πάθη,
και λέγαμε: Τα χρόνια μας χαμένα,
αν κάνουμε κι εμείς τα ίδια λάθη.

Μυριάδες ξεχυθήκαμε κομμάτια
για να σαρώσουμε κατεστημένα,
και ανοιχτά του ορίζοντα τα πλάτια
να δούμε, τα μυαλά λευτερωμένα,
τα ψεύδη όλα γύρω σωριασμένα
κι ο θάνατος να πούμε πως ετάφη,
μα ήταν τα χαρτιά σημαδεμένα
και κάναμε κι εμείς τα ίδια λάθη.

Διαλέξαμε μυστήρια μονοπάτια,
θελήσαμε τα χρόνια δοξασμένα,
καβαλικέψαμε πηγάσους κι άτια
με ονόματα καινούργια κι αλλαγμένα,
κηρύσσοντας παντού τη νέα γέννα,
εμάς, που ετοίμαζαν αιώνων βάθη
για να εκπληρωθούν τα υπεσχημένα,
μα κάναμε ξανά τα ίδια λάθη.

Πρίγκηπα, σού τ’ ορκίζομαι στην πένα
την ώρα ετούτη στο χαρτί που γράφει,
και να μας είχες τα σωστά γραμμένα,
θα κάναμε ξανά τα ίδια λάθη.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Κυριακή, Νοεμβρίου 18, 2012

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΧΘΑΜΑΛΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ



Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΧΘΑΜΑΛΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ


Η Μούσα μου τις λάσπες δεν φοβάται,
γι’ αυτό συχνά-πυκνά και στιχουργεί
χωρίς πολύ-πολύ να συλλογάται
αν ευγενές το Θέμα προς γραφή
ή αν θα δυσαρεστήσει τη Σχολή·
κρατώντας το δικό της μετερίζι,
τρυφερεμένη κι άλλοτε σκληρή,
τ’ ανθρώπινα αγαπά να καθρεφτίζει.

Η Μούσα μου τ’ ανθρώπινα θυμάται,
για τους Θεούς δεν νοιάζεται πολύ,
κι αν στα ελαττώματά της προσμετράται
και τ’ ότι γοητεία τής ασκεί
συχνά το χθαμαλό απ’ τη Ζωή,
ανέμελη όλο παίζει και σφυρίζει·
η Μούσα μου, κοπέλα και παιδί,
τ’ ανθρώπινα αγαπά να καθρεφτίζει.

Γυναίκα – κι απ’ τα χώματα εφορμάται,
γι’ αυτό και ακόπως τόσο αδιαφορεί,
αν με μισό το μάτι την κοιτάτε
όσο πατούν τα πόδια της τη Γη,
όσο απ’ τις λάσπες δύναμη αντλεί,
όσο μπορεί εν Χρόνω να γνωρίζει·
και μες στα ρυπαρά ερωτική
τ’ ανθρώπινα αγαπά να καθρεφτίζει.

Κι η Μούσα μου με πείνα αληθινή
τίποτε ανάξιό της δεν λογίζει·
αυτό ακριβώς που της αναλογεί
από το ακάθαρτο του κόσμου αγγίζει
και Γλώσσα της το κάνει ευθύς, γιατί
τ’ ανθρώπινα αγαπά να καθρεφτίζει.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Σάββατο, Οκτωβρίου 27, 2012

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΔΙΠΛΗ ΕΚΕΙΝΟΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΑΝΤΡΕΥΤΗΚΕ ΑΠΟ ΦΟΒΟ


ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΔΙΠΛΗ
ΕΚΕΙΝΟΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΑΝΤΡΕΥΤΗΚΕ ΑΠΟ ΦΟΒΟ


Δεν ήμουν, κύριοι, τόσο θαρραλέος
καθώς εσείς – με πίκρα ομολογώ.
Θα πουν πολλοί πως γίνομαι χυδαίος,
πως ασχολούμαι με ό,τι ρυπαρό,
όμως, αλήθεια, απλώς διαπορώ
κι αναρωτιέμαι – πόθεν τόσο θάρρος;
Μια σκέψη κάνω, και τη γράφω εδώ –
Δεν είναι δα το κέρατο και Χάρος.

Δεν ήμουν κατ’ ελάχιστον σπουδαίος.
Για θάρρος μίλησα· θα εξηγηθώ.
Θα ήθελα να μάθω, αν, βεβαίως,
με την ερώτησή μου δεν οχλώ,
πώς προχωρήσατε στο βήμα ενώ
της κεφαλής μας είναι βέβαιο βάρος,
μα την απάντηση προεξοφλώ –
Δεν είναι δα το κέρατο και Χάρος.

Σαν έρχονταν παλιά κάποιος Γενναίος
να μου αναγγείλει με ύφος χαρωπό
τους γάμους του, πώς μ’ έπιανε ένα δέος
και κάποιο τρέμουλο, μα το Θεό,
μπροστά στον άνδρα που τολμούσε αυτό
όταν παντού και πάντα ένας «κουμπάρος»
καραδοκεί· και λέω με το στανιό –
Δεν είναι δα το κέρατο και Χάρος.

Και πράγματι ούτε πλούτος ούτε κλέος
ούτε και κάτι άλλο θαυμαστό
μπορεί ν’ απολυτρώσει από έναν τέως,
από έναν νυν ή μέλλοντα εχθρό
κανένα, μα κανένα σπιτικό·
θα τα φορέσει ακόμη και ο Τσάρος
άδοντας το γλυκόπικρο ρητό –
Δεν είναι δα το κέρατο και Χάρος.

Τι ατυχία τότε που ήμουν νέος
στη σκέψη αυτή ποτέ να μην σταθώ,
μα να γυρνώ ως πλάνης Ιουδαίος
και ν’ αγνοώ το Μέγα Μυστικό·
κι ενώ έτρεμα της Μοίρας το γραφτό
να μην βρεθεί στον δρόμο μου ένας Φάρος
Πνευματικός να πει: «Για άκου εδώ –
Δεν είναι δα το κέρατο και Χάρος».

Αν ήμουν τώρα ως άλλοτε ακμαίος,
με μάταια θλίψη πια τ’ ομολογώ,
κάποιες μου απόψεις θ’ άλλαζα· ταχέως
θα φρόντιζα – ω ναι! – να νυμφευθώ
κάποιο απ’ τα τόσα γύρω θηλυκό,
κι ας μ’ έπαιρνε ασφαλώς κι εμένα ο σμπάρος,
γιατί το πράγμα πια φιλοσοφώ –
Δεν είναι δα το κέρατο και Χάρος.

Έπρεπε να γεράσω για να δω.
Του βίου του εγγάμου μέγα το άρος
κι όσο για τ’ άλλο – τίμημα μικρό.
Δεν είναι δα το κέρατο και Χάρος.



Του Βαλλισμού Αφιέρωσις


Εις εγγάμους και αγάμους ταπεινώς αφιερούται
το στιχούργημα ως άνω, ποιημάτιον φαιδρόν·
ανεγνώσατε, ω φίλοι, πλην ποσώς εξουδενούται
διά της αναγνώσεως ταύτης το κοινόν ημίν κακόν.

Το ερώτημα αφεύκτως τίθεται· τις δικαιούται
άκερω τον εαυτό του να θεωρήσει εξ ημών;
Εν αγνοία του ή εν γνώσει πως πολλάκις κερατούται
τις να αρνηθή εδυνήθη εξ ανδρών και γυναικών;

Ύπανδροι γυναίκες και άνδρες νυμφευθέντες, με ακούτε,
(καίτοι ανύμφευτος εξ ίσου τάλας ην ο στιχουργών)
μην διά του κεράτου πάσα σχέσις τω όντι ακεραιούται
ως κι ο Βαλλισμός διδάσκει κατά τρόπον στιχηρόν;

Ανθρωπότης, κερασφόρον γένος, το μοιραίον υψούται
μέσω της Γραφής εις Γλώσσαν· δικαιότατα, λοιπόν,
εις εγγάμους και αγάμους, τρυφερώς, αφιερούται
και ασφαλώς – μη με λησμόνει, Εαυτέ – εις Εαυτόν.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Τρίτη, Οκτωβρίου 09, 2012

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΩΝ ΚΑΘΕΔΡΙΚΩΝ


Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΩΝ ΚΑΘΕΔΡΙΚΩΝ

Ως πέτρινα και γυάλινα Βιβλία,
ως Γλώσσες άλαλες μα γλαφυρές,
μας πύργωσαν οι Αιώνες και η Χρεία
και κάποιες μυστικόπαθες ορμές.
Κρατάμε απ’ τις παλιές Βασιλικές
και γίναμε το καύχημα του Τόπου,
των Χρόνων μας μορφές δηλωτικές,
προς Δόξαν του Θεού και του Ανθρώπου.

Ορέων μάς συνέχει ακινησία.
Για να κτιστούμε, χάθηκαν γενιές
και στέρεψαν μυριάδες λατομεία
και σώματα σκεβρώσαν και ψυχές·
και βρέθηκαν καινούργιες τεχνικές
κι ο μόχθος του πετρά, του ξυλοκόπου,
όλα, και του αρχιτέκτονα οι βουλές –
προς Δόξαν του Θεού και του Ανθρώπου.

Mιαν άυλη σαρκώναν Παρουσία 
σκιάσεων και φωτός εναλλαγές
και πρόσδιδαν στη Θεία Λειτουργία
μυστήριο τα τόξα κι οι στοές,
και ευλαβείς, λαός προσκυνητές
υπό τις προσταγές του Επισκόπου
έψαλλαν και ψελλίζαν προσευχές
προς Δόξαν του Θεού και του Ανθρώπου.

Και κάποιοι τροβαδούροι, ποιητές,
προάγγελοι πιστοί του Νέου Τρόπου,
στα τείχη μας χαράζανε γραφές
που πρόλεγαν τον από Γης προσώπου
χαμό μας, με φωνές εκστατικές,
προς Δόξαν του Θεού και του Ανθρώπου.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Τρίτη, Απριλίου 10, 2012

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΘΛΙΜΜΕΝΩΝ ΑΡΣΕΝΙΚΩΝ


H ΜΠΑΛΑΝΤΑ 
ΤΩΝ ΘΛΙΜΜΕΝΩΝ ΑΡΣΕΝΙΚΩΝ


Πρέπει λοιπόν κι εδώ κάποιος να εγκύψει
και αυτό να εγγραφεί και να ειπωθεί,
του αρσενικού η πλέον μύχια θλίψη
και η πνιγμένη του άντρα οιμωγή.
Στη Γλώσσα πρέπει να ‘ρθει όλη η Γη,
να εντυπωθεί στον Λόγο μ’ έναν γρόθο
και στον Ρυθμό με βία να χαραχθεί.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

Δεν είναι ο Θεός που έχει εκλείψει,
και ο Θάνατος που σας διεκδικεί,
δεν είναι η Ιστορία που έχει ενσκήψει
και που εκατόμβες πάλι απαιτεί,
μα Εκείνη και η Άλλη και Αυτή,
μορφές και σώματα από χθόνιο δνόφο,
της λάσπης κορυφώσεις εν ζωή.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

Και λέω την πάσα αλήθεια δίχως τύψη,
– η Σάρκα είναι αυτό που στιχουργεί –
οι θηλυκές – αυτό σας έχει λείψει
και πάντα θα σας τρώει, αρσενικοί,
εκείνο που κανένας δεν μπορεί
μα που ο καθένας θέλει μες στον ζόφο –
όλες τις θηλυκές να κοιμηθεί.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

Η Σάρκα τον εαυτό της ιστορεί –
πώς δέρνεστε και γδέρνεστε απ’ τον πόθο
και πώς το ατσάλι λιώνει απ’ το κερί.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

© Θεοδόσης Βολκώφ