Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 05, 2012

Ο ΠΡΙΑΠΟΣ



Ο ΠΡΙΑΠΟΣ


Πιο σκοτεινή απ’ τα σκοτεινά η απλή, τραχιά μου Φύση·
φαλλός ετοιμοπόλεμος και όρχεις ογκηροί·
από τη δύση ώς την αυγή κι απ’ την αυγή ώς τη δύση
είμαι αυτό – ο Πρίαπος – στύση παντοτινή.

Στον κόσμο τον ανέραστο που χρόνια έχουν χτίσει
οι Καίσαρες κι οι Πραίτωρες και οι Μικροί Καιροί
είμαι η παραμόνιμη ροή μαζί και η βρύση
απ’ όπου ρέουν άπαυτα τού Έρωτα οι χυμοί.

Αδέρφια μου στον Έρωτα, θα σας τ’ ομολογήσω·
αδέρφια μου, στον Έναν μας Θεό θα τ’ ορκιστώ. –

Στον κόσμο αυτόν που μού ‘λαχε με σας να κατοικήσω
και με τα τρία πόδια μου γοργός να πορευτώ
και μ’ ένα μέτρο αλλιώτικο τον κόσμο να μετρήσω,

τίποτα δεν συνάντησα που –φευ– να μην μπορώ
απ’ την αρχέγονη ορμή σκληρός να καβαλήσω
και ξοδεμένος βίαια να το ερωτευτώ.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Σάββατο, Αυγούστου 25, 2012

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΑΛΛΩΝ



ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΑΛΛΩΝ


Θεέ μου, όχι πάλι, πάλι αυτό –
γελάκια, βλέμματα, το σύνηθες παιχνίδι,
κάποιο βαριεστημένο θηλυκό
και η κατάληξη ασφαλώς που ξέρεις ήδη.
Σύζυγοι, φιλενάδες, σαστικιές,
γνωστά παράπονα, ελπίδες διαψευσμένες,
γυναίκες πρόθυμες πλην δανεικές
και ασφαλέστατα Κυρίες εγνωσμένες.

Αφήνει αυτό μια γεύση λασπουριάς
μονότροπης χιλιοπαιγμένης κωμωδίας·
στον ρόλο εξωτικού πτηνού κρατάς,
κρατάς ενώπιον Θεού και κοινωνίας,
με τις κοινότατές σου πρακτικές,
δεσμούς και γάμους και αρραβώνες ακεραίους·
τις σχέσεις κάνεις κι άλλο ρυπαρές
και τους ανθρώπους για το βιος τους πιο βεβαίους.

Στον εαυτό σου τώρα ομολογείς
αυτό που έγινε ξεκάθαρο ή μάλλον 
εκείνο που δεν ήθελες να δεις –
να κλέβεις έχεις κουραστεί γυναίκες άλλων.

© Θεοδόσης Βολκώφ

Τρίτη, Ιουλίου 31, 2012

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ

Μνήμη Τζακ Λόντον, 
για τον Γιο του Λύκου και όχι μόνο

Πεινάει ο Γιος του Λύκου για γυναίκα.
Πείνα παλιά τον σπρώχνει στο κυνήγι.
Στο έλκηθρό του ζεύει σκύλους δέκα.
Απάντηση «η Γυναίκα», καταλήγει,

στο ερώτημα προ πάντων των αιώνων.
Του θηλυκού ορέγεται τη θέρμη,
μα όλα εχθρός στη Γη των παγετώνων
και σκέφτεται με βία πως την παίρνει.

Αφτιάζονται, οσμίζονται, γρυλίζουν,
ουρλιάζουνε, ασθμαίνουν, αλυχτάνε
και τρέχουν μες στους πάγους που αχνίζουν

Σκυλιά – έξω και μέσα του λυσσάνε,
λυσσάνε για να φτάσουν στη Γυναίκα
τού Λύκου ο Γιος και οι σκύλοι του οι δέκα.

   
© Θεοδόσης Βολκώφ

Τετάρτη, Ιουλίου 11, 2012

SAINT-JUST ή το Επιτάφιο του Ποιητή


SAINT-JUST 
ή το Eπιτάφιο του Ποιητή
 
                                                                                 Στη μνήμη του

Όσοι με θάβατε εν ζωή
και μετά θάνατον θα με δολοφονείτε.
Όμως γνωρίζω πως στη σκόνη αυτή
που είναι το σώμα μου και αδρά ομιλεί
το πεπρωμένο μου δεν εξαντλείται.

© Θεοδόσης Βολκώφ

Πέμπτη, Ιουνίου 28, 2012

ΤΟ ΣΩΜΑ

ΤΟ ΣΩΜΑ
Όσες μορφές κι αν πάρεις
και όποιες, Σώμα, 
πάντα θα ομοιοκαταληκτείς
 με κάποιο Χώμα.

Το Πνεύμα κόλαση. Παράδεισος το Σώμα.
Κι οι Άγγελοι φθονούν. Φθονούν τη Γη.
Ο Ουρανός είναι όλος από χώμα.
Τρόπος της σάρκας είναι ο Λόγος, λάσπη απλή.
Να ’χω τη λάσπη σου, τη λάσπη σου στο στόμα
κι η λάσπη σου να με πυρώνει δροσερή,
με αυτήν να τρέφομαι και να πεινώ ακόμα
και ζωντανός να θάβομαι σ’ ένα κορμί.

Πόδια να με τυλίγουνε και χέρια
και να ’χει δόντια κάθε σου φιλί
κι η κάθε κώχη σου να βρίθει από μαχαίρια,
κάθε καμπύλη σου να είναι και αιχμή.
Να με συνθλίβει τ’ αλαφρό σου βάρος,
η ανάσα σου να μου είναι πνιγμονή,
ότι εσύ ο Θάνατος, ο Μόρος και ο Χάρος·
μ’ όποιο όνομα κι αν με σκοτώσεις, μού αρκεί.

Μα πνίξε ή κάψε με – πάντως, θανάτωσέ με·
στη νύχτα έγινα η μάταια υλακή,
γη με τη γη στη γη σου να κυλιέμαι,
νόημα, νίκη και ήττα μου εσύ.
Να πάψεις κάθε νου, να μου στερέψεις
όλη τη σκέψη που τον κόσμο αυτόν πενθεί
και ταπεινό στη Γη να μ’ επιστρέψεις
ως πένθημα, ως θλίψη, ως οιμωγή.

Φάε το Πνεύμα, Σώμα – ανάλωσέ με.
Κάθε μου άλλη ουρανική καταγωγή
την καθυβρίζω, την πατώ και αρνιέμαι
ό,τι απ’ το εγώ μου στέκει ξένο στο Εσύ.
Και για το σώμα σου, το σώμα σου, το σώμα,
του Αόρατου η ρίζα η ορατή,
δίνω τη Λέξη μου – και πιο πολύ ακόμα
τον Άνεμο, το Πνεύμα, την Πνοή.

Να μη θυμάμαι πια, να μη θυμάμαι
ό,τι κι αν με ξεκόρμισε απ’ τη Γη
και να κοιμάμαι μόνο, να κοιμάμαι
μες στη χωμάτινη της σάρκας σου σιωπή.
Κάνε με Σώμα, μόνον Σώμα – τίποτ’ άλλο.
– Γίνε κορμί, γίνε κορμί, γίνε κορμί –
αυτό το ξόρκι στον εαυτό μου που υποψάλλω·
αυτή η βλαστήμια η δική μου προσευχή.


© Θεοδόσης Βολκώφ
Από το βιβλίο "ΜISSA BREVIS".

Τρίτη, Ιουνίου 19, 2012

ΑΕΡΑΣ


ΑΕΡΑΣ

Τρίζουν σαν να στενάζουνε τα πεύκα.
Μιλάνε με τη δύναμη τού Αέρα.
Ρέουν νερά σαν να 'ρχονται από Πέρα
στο θρόισμα αργυρό που κάνει η λεύκα.

Μεστό ψιθύρων φέγγει το σκοτάδι.
Το φύλλο ακουμπά το άλλο φύλλο.
Το χάδι ριγηλό κρύβει τον ήλο,
το χάραγμα, το στίγμα, το σημάδι.

Πες την καρδιά του ανθρώπου, Αέρα. Μίλα.
Πες των ερώτων μας το αρχαίο σφρίγος,
του άντρα το νευρώδες μαύρο ρίγος
και της γυναίκας την ανατριχίλα.
Πες – Θάνατος του Έρωτα το ήδος.

Απόψε ο Θεός είναι στα φύλλα.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Παρασκευή, Ιουνίου 15, 2012

ΠΑΝΤΟΥΜ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ



ΠΑΝΤΟΥΜ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ


Σιωπηρό κι από πέτρα λιοντάρι
με τη μέλαινα πύρινη χαίτη
ορυκτών και μετάλλων τα βάρη
φέρει μέσα του έτη και έτη.

Με τη μέλαινα πύρινη χαίτη
ένας νους που πυκνώνει στο βλέμμα
φέρει μέσα του έτη και έτη
γλώσσα πέτρας και πέτρινο αίμα.

Ένας νους που πυκνώνει στο βλέμμα
κάποιον κόσμο τραχύς ζωγραφίζει
γλώσσα πέτρας και πέτρινο αίμα
και τον στίχο μυώνες γεμίζει.

Κάποιον κόσμο τραχύς ζωγραφίζει
με μια βούληση πέτρα και σκέψη
και τον στίχο μυώνες γεμίζει
και με ρώμη τη ρώμη έχει δρέψει.

Με μια βούληση πέτρα και σκέψη
ορυκτών και μετάλλων τα βάρη
και με ρώμη τη ρώμη έχει δρέψει
σιωπηρό κι από πέτρα λιοντάρι.


© Θεοδόσης Βολκώφ