Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 29, 2008

Η Αφίλητη




Για το φιλί που αβέβαιο μακρινό
κι ώς την απελπισία ελπίζει
αρνείται όλα τα βέβαια και τα εγγύς

κι η πολυφίλητη αφίλητη απομένει
νύχτα τη νύχτα δύναμη κερδίζοντας
και θάρρος που θωρείς και λες –
του κόσμου αυτού δεν είναι.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 14, 2008

Λάμπουν ακόμα χρυσαφένια τα μαλλιά...


Λάμπουν ακόμα χρυσαφένια τα μαλλιά


Λάμπουν ακόμα χρυσαφένια τα μαλλιά
γαλάζιο κι αξεθώριαστο φέγγει το μάτι
το στήθος σφριγηλό φουσκώνει πάνω απ’ την καρδιά
και τα λαγόνια ακούραστα καλούν κι άλλο αναβάτη

πολλές ακόμα, ναι, της μέλλονται χαρές
πόνους, και πόσους, έχει να γνωρίσει
θα μισηθεί, θ’ αγαπηθεί από ψυχές
μα πια κανείς δε θα την τραγουδήσει.



© Θεοδόσης Βολκώφ

Δευτέρα, Ιουλίου 21, 2008

MΑΥΡΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ


ΜΑΥΡΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

Το σώμα αναζητά την καίρια λέξη,
να πει, να πει αυτό που το συνέχει,
τον ίδιο του τον θάνατο ν’ αντέξει,
αυτό που εντός του φέρει μα που απέχει.

Σώμα νεκρό -κι η γλώσσα δεν θα στέρξει-,
κατέχεται από αυτό που δεν κατέχει,
στην ανδροφόνο αφέθηκε πια έλξη
και ζωντανό τού ολέθρου του μετέχει.

Μαύρε Άγγελε, θανάτους κραταιώνεις
κι αργά ή γοργά στον Θάνατο τον Ένα
με σέρνεις, με οδηγείς· με ματαιώνεις·

φωνήεν ή σύμφωνο του λόγου μου κανένα
δεν μου αφήνεις να ιστορήσω τη ζωή μου…
Βουβή αποβαίνεις, Γλώσσα μου και Γη μου.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Σάββατο, Ιουνίου 28, 2008

Mαύρη Λειτουργία Ι



Σάρκας σταρένιας σκοτεινή, κορμιού θρησκεία –
σπλάχνο μου ξόρκι έδεσες -φτερά την προσκυνούν-
σαλεύει και αναδύεται η Μαύρη Λειτουργία,
δράκοντες που αγάλλονται και λύκοι που υλακούν.

Νύχτα, και πάλι με γεννάς -με διώχνει πάντα η μέρα-
και με τη λέξη ψηλαφώ κι όλο γυρεύω
τον εκπεσόντα γιο και αρνούμαι τον Πατέρα
και ομολογώ έν βάπτισμα στη σάρκα που λατρεύω…

… Το τρομερό μου «Αμήν» στα πόδια σου αποθέτω,
να δούμε αν θά ‘σαι άξιος τού «Ωσαννά»,
για το κορμί της -ναι, η βασιλεία σου ελθέτω-
εσένα τώρα επικαλούμαι, Σατανά.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Παρασκευή, Ιουνίου 27, 2008

MIHAI EMINESCU - Ένα ποίημα


Αν η λεύκα


Αν η λεύκα αναρριγά
κι αν χτυπούν τα τζάμια οι κλώνοι,
είναι που τη βλέπω αργά
νοερά να με σιμώνει.

Τ' άστρα αν λάμπουν στο νερό
κι ώς τα βάθη του, το κάνουν
ήρεμο ύπνο να χαρώ
και το νου μου να γλυκάνουν.

Κι αν η συννεφιά σχιστεί
για να λάμψει, όπου και νά 'μαι,
το φεγγάρι, είναι γιατί
μέρα νύχτα σε θυμάμαι.


Μιχάι Εμινέσκου

Πηγή: Εμινέσκου, Ποιήματα, Μτφ. Ρίτα Μπούμη Παπά, Μέλισσα

Raymond Carver, To δικό μου Κοράκι - Μεταγραφή


Tο δικό μου Κοράκι

Ένα κοράκι πέταξε στο δέντρο έξω απ’ το παράθυρό μου.
Δεν ήταν το κοράκι του Τεντ Χιουζ ή το κοράκι του Γκάλγουεϊ.
Ή του Φροστ, του Παστερνάκ ή το κοράκι του Λόρκα.
Ή ένα απ’ τα κοράκια του Ομήρου, γεμάτα πηχτό αίμα,
μετά τη μάχη. Αυτό ήταν απλώς ένα κοράκι.
Που ποτέ δεν ταίριαξε πουθενά στη ζωή του
ή έκανε κάτι το αξιόλογο.
Κάθισε εκεί στο κλαδί για λίγα λεπτά.
Και μετά σηκώθηκε ξαφνικά και πέταξε όμορφα
μακριά από τη ζωή μου.


Raymond Carver
Mεταγραφή: Θεοδόσης Βολκώφ

Κυριακή, Ιουνίου 22, 2008

Στίχοι στον "Αλέξη Νόβα"


Tου αδερφού Ι.Κ.Γ.

… γέρικα χέρια βρεφικά να τείνουν στην πηγή
και που, αν κράτησαν, δεν κράτησαν μαχαίρια,
χείλη που, αν γνωρίσανε, δε γνώρισαν φιλί
και χείλη που δεν είπανε τ’ αστέρια,

κι αν είπαν, είπαν ταπεινά
τη χλόη και κάτι ανθούς -ποιου παραδείσου;-
μέσα σε στάχτη, στάχτη και καπνιά,
αφού αν είναι η φωτιά, είναι μαζί Σου…

τα μάτια που χαρήκαν το νερό,
που γνώρισαν τους κύκλους του, το ρεύμα,
η γλώσσα που γεννά το μυστικό,
η γλώσσα που όλο γεύτηκε το αίμα,

ο ουρανός, που πάντα καρτερεί,
που την κορφή στο γκρέμισμα γυρεύει,
η ανατολή, η δύση στη σιωπή
και κάποια γη που ακόμα υπομονεύει…

ο αρχέγονος στα χείλη σου σκοπός,
η ποντισμένη στην ψυχή σου ελπίδα,
ο έσχατος, ο πρώτος σου εαυτός,
του χρόνου η μέριμνά σου κι η φροντίδα,

της θλίψης η μικρή, δειλή βροχή,
το ριγηλό, το νοτισμένο χώμα,
το χάδι σου που ανάερο πενθεί
κι η δύσκολη, στυφή σου αγάπη ακόμα… …

… με επίμονη στις πέτρες την αφή
-όσα κορμιά λογίζονται και οι τάφοι,
τι ξεθωριάζει και τι μένει απ’ τη γραφή-
το χέρι σπάει, μα ο νους ακόμα γράφει

κι ο λογισμός και τ’ όνειρο μιλούν
μια γλώσσα σιωπηρή και που επιμένει
κι ο λίβας αλυχτά και ο σιμούν
μιαν έρημο χαράσσει απαρνημένη…

μέσα στη νύχτα, μέσα στη σιωπή
πυρώνει το αόρατο καμίνι,
κόκκαλα, σπλάχνα, δέρμα, να η μορφή,
η μνήμη που σεπτή σού παραδίνει

ακέρια κι απ’ τη σάρκα πιο κρουστή,
γυναίκα, Παναγία και αλγηδόνα,
ο γυρισμός, η οδός, η επιστροφή,
ένας αχός, μια λέξη, μια εικόνα…



© Θεοδόσης Βολκώφ

Δευτέρα, Ιουνίου 16, 2008

Robert Pinsky, To Tραγούδι του Σαμουράι - Μεταγραφή



Το Τραγούδι του Σαμουράι


Όταν δεν είχα στέγη έκανα
Στέγη μου την τόλμη. Όταν δεν είχα
Δείπνο δειπνούσαν τα μάτια μου.

Όταν δεν είχα μάτια άκουγα.
Όταν δεν είχα αυτιά σκεφτόμουν.
Όταν δεν είχα σκέψη ανέμενα.

Όταν δεν είχα πατέρα έκανα
Πατέρα μου τη μέριμνα. Όταν δεν είχα
Μητέρα αγκάλιασα την τάξη.

Όταν δεν είχα φίλο έκανα
Φίλο μου τη σιωπή. Όταν δεν είχα εχθρό
Αντιτάχθηκα στο σώμα μου.

Όταν δεν είχα ναό έκανα
Ναό μου τη φωνή μου. Δεν έχω
Ιερέα, χορός μου η γλώσσα μου.

Όταν δεν έχω βιος, η τύχη
Είναι το βιος μου. Όταν δε θα ‘χω
Τίποτα, βιος μου θα είναι ο θάνατος.

Τακτική μου η ανάγκη, στρατηγική μου
Η απόσπαση. Όταν δεν είχα
Ερωμένη, πολιορκούσα τον ύπνο μου.


Robert Pinsky
Μεταγραφή: Θεοδόσης Βολκώφ