Δευτέρα, Ιουλίου 03, 2006

ΡΕΚΒΙΕΜ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ
(απόσπασμα τέταρτο)

Ανάγνωσε, Ψυχή, αυτά που χάραξαν
του Αρνίου οι οπλές που ’ναι λεπίδες·
μελέτα αυτά που ξέσχισαν και σπάραξαν,
γίνε φωνή και λέγε μου όσα είδες.

- Είδα κορμιά λαμπρά να περισφίγγει η ατίμωση
κι αίμα ζεστό στο δροσερό – είδα - χορτάρι·
είδα τη λέπρα· και είδα την ερήμωση...
Ετούτος ο Αμνός είναι Λιοντάρι.



Θεοδόσης Βολκώφ

Παρασκευή, Ιουνίου 30, 2006

ΡΕΚΒΙΕΜ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ
(απόσπασμα τρίτο)


Λέξη πιο πριν που λάτρευε τη λέξη,
έρωτας μ’ έναν έρωτα αγκαλιά,
φλόγα πιο πριν που γύρευε τη φλόγα,
φωτιά που διαπερνούσε τη φωτιά.

Στάχτη μετά που σμίγει με τη στάχτη,
κάρβουνο μ’ άλλο κάρβουνο μαζί,
καπνός που τον καπνό περιτυλίγει,
σιωπή που ατενίζει τη σιωπή.



Θεοδόσης Βολκώφ
ΡΕΚΒΙΕΜ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ
(απόσπασμα δεύτερο)


Χώμα βαρύ· φωτιάς πνοή σ’ αναρριπίζει·
περιδινείται ο Μακρινός στο διάστημά του
και να, ο Άγγελος απλώνει τα φτερά του
και να, το σώμα της η φλόγα σχηματίζει.

Πάλλεις, κορμί· φωτιά ιερή σε ορίζει·
μα στρέφει αλλού ο Μακρινός τ’ ανάβλεμμά του
και να, ο Άγγελος διπλώνει τα φτερά του
και να, ο θάνατος το δρόμο του αρχίζει.



Θεοδόσης Βολκώφ

Πέμπτη, Ιουνίου 29, 2006

ΡΕΚΒΙΕΜ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ
(απόσπασμα)


Από τους τέσσερις ορίζοντες συνάχτηκα,
σε βράχους όλος κι ερημιές ειπώθηκα
κι ύστερα πάλι μόνος διαρπάχτηκα
κι ανέγνωρος σαν πρώτα κραταιώθηκα.

Τον Εαυτό μου απάντησα στο θάνατο
και μες στου σκοταδιού την ενατένιση
μαντεύοντας απ' τη ζωή ποιο το αθάνατο
στην πλήρη μου βυθίστηκα εκμηδένιση.


Θεοδόσης Βολκώφ

Τρίτη, Ιουνίου 27, 2006

Το βλέμμα που ανταλλάξαμε

To βλέμμα που ανταλλάξαμε
μες στη σιωπή

και που φωτιά δεν πήρε
και δεν έγινε φιλί

κι από τη μνήμη σου έσβησε
κι έκανα λέξη στο χαρτί

πύρινος στέκει επάνω μας
κριτής μας γιατί ζει·

θα φύγεις θα χαθώ
ποιος ξέρει ποια στιγμή

μα είναι γραφτό στην κόλαση
να σμίξουμε φρικτοί

μια παγωμένη κόλαση
χτισμένη από σιωπή·

θα σε κοιτάζω αιώνια
θα με κοιτάς κι εσύ

και θα ’μαι δίχως γλώσσα
και θα ’σαι δίχως ακοή

τόσο κοντά και όμως
για πάντα οι μακρινοί

γιατί κι οι δυο μας ένοχοι
κι οι δυο αμαρτωλοί

Εγώ γιατί σε ντράπηκα
γιατί φοβήθηκες Εσύ.


Θεοδόσης Βολκώφ
ΟΙ ΔΥΟ



Σε ξέρω. Εσύ θα έρχεσαι απ’ των θηρίων τους τόπους,
παντού και πάντα καλπασμός και άστρο και φωτιά,
είσαι το τέρας τ’ άπιαστο, σκοτώνεις τους ανθρώπους,
τρελαίνεις σώμα και ψυχή, μού πιάνετ’ η αναπνιά.

Σε ξέρω. Είσαι τ’ απόλυτο· το πιο βαρύ σημάδι∙
είσαι της μοίρας τ’ άγγιγμα, το χέρι του Θεού,
εσύ ‘σαι το αταίριαστο της ζήσης μου υφάδι,
το ξένο απ’ όλα γύρω μου, το χάδι του σκορπιού.

Έχεις τυφώνα τα μαλλιά, σκοτάδι έχεις τα μάτια,
λεπίδες είν’ τα νύχια σου, Καταραμένη Αγία,
σφυριά είναι τα χέρια σου, ξεφρενιασμένα άτια
τα πόδια, είσαι το ξέσχισμα και λέγεσαι “Μανία”!

Μα εσύ με μάτια σοβαρά, με νου σαν θολωμένα,
αγνάντια στο παράθυρο και δίπλα στο κερί,
απ’ όνειρο τα χέρια σου, Υπέροχη Παρθένα,
Αγαπημένη της Νυχτιάς, Μαγίστρα, ποια είσ’ εσύ;

Στοχαστική, σαν να μετράς τον κόσμο που διαβαίνει,
ποια εσύ, σκληρή κι αγέλαστη, με θερισμένη χαίτη;
Και λες μες στον μανδύα σου τον μαύρο τυλιγμένη,
«Εγώ που εδώ σού ρίζωσα, εγώ – είμαι η “Mελέτη”»!

Θεοδόσης Βολκώφ
LUPUS IMMORTALIS


Τα μακρινά, τ’ απέραντα, της στέπας τα πελάγη,
της έρημος οι θάλασσες, βουνών οι ωκεανοί,
του καταρράκτη τα νερά και οι αιώνιοι πάγοι,
λύκο αυτά με γέννησαν κι έγινα εδώ σκυλί.


Το τρίχωμά μου έπεσε, μού σάπισαν τα δόντια
και είμ’ ο ετοιμοθάνατος, μ’ απ’ τ’ άγριά μου κρατώ
το μίσος της φωτιάς για σας, γραΐδια και γερόντια,
ψυχές νεκρές, το γρύλισμα, της νύχτας το ουρλιαχτό.


Θεοδόσης Βολκώφ

Δευτέρα, Ιουνίου 26, 2006

Στίχοι γυμνοί που το γυμνό σου δείχνουν σώμα


Στίχοι γυμνοί που το γυμνό σου δείχνουν σώμα
και που αν τους φωνάξεις, λες, θα κοκκινίσεις·
«κάνε, ζητάς, λιγότερο πυρό το χρώμα,
εκτεθειμένο το κορμί μου μην αφήσεις.

»Υπάρχει κάτι εκεί που καίει και ξεσχίζει,
κάτι που θα ’θελα γοργά να το ξεχάσω·
κάτι σαν τέρας που κινείται και μουγκρίζει.
Τους στίχους σου ψιθυριστά θα τους διαβάσω».

(Τους στίχους μου δεν τους αντέχουνε τα χείλη;
Να τους φωνάξει δεν τολμά κανένα στόμα;
Ευλογημένη νύχτα εσύ, ακριβή μου φίλη,
τα ψιθυρίσματα δεν τα έμαθα ακόμα).

Και να τους ψιθυρίσεις όμως – δεν αλλάζει
τίποτα· ετούτο το κορμί δεν παίρνει ντύμα·
λύκος ο άνεμος εκεί πάντα θα ουρλιάζει
και πάντα πύρινο θα υψώνεται το κύμα.


Θεοδόσης Βολκώφ