Πέμπτη, Μαρτίου 08, 2012

PANTHERA TIGRIS

PANTHERA TIGRIS

Πώς ονειρεύεται ο Τίγρης κάποτε
τη μακρινή τού Αμνού ομορφιά –
τις ώρες που έκτοπα φαντάζουνε
και γίνονται
τα δόντια και τα νύχια·
τις ώρες που ανατέλλει η μέσα νύχτα
και αναθυμάται σάρκες και αίματα
λαιμούς τού τρυφερού που σπάραξε και ήπιε
οστά λευκά που σύνθλιψε
το μάτι της δορκάδος που έχει σβήσει – φορές πόσες·
ξανά και πάλι ο ίδιος κύκλος άτεγκτα κλειστός
μια θήρα αέναη δίχως θύρα
το μάτι της δορκάδος που ξεγράφεται
μετά το ακαριαίο τού δήγματος αργά-αργά
κι ενώ της κλέβει τη φωνή την ύστατη ώρα
ώστε τον ίδιο της χαμό να μην μπορεί
στο ελάχιστο ν’ αρθρώσει να ιστορήσει.

Πώς κάποτε εκεί και πουθενά
δεν βρίσκει τον Εαυτό του
πώς λέει στη σύμπασα Ζωή –
«Μου μοιάζεις και σου μοιάζω
κι όμως κι Εσύ κι Εσύ
στο τόσο σου άπλωμα
στις αναρίθμητες μορφές
Εσύ Εγώ δεν είσαι
και δεν θ’ αρκέσει δεν αρκεί
ο Χρόνος όλος για να γίνεις».

Προβάλλει ο Τίγρης δυο φορές
την ώρα που το δόντι και το νύχι του διψά
αυτό που του ασφαλίζει τη ζωή και τον συνθέτει
τώρα που μόνη απάντηση
που μόνη λύση μένει το αίμα
προβάλλει ως Τίγρης δυο φορές
ορμή και κίνηση και τίναγμα
μυώνες και ραβδώσεις
παντού και πάντοτε ενώπιον πάντων Τίγρης.

Όμως αυτός την απουσία του μετρά –
«Δεν είμαι, λέει, Εγώ στη σάρκα που σπαράσσω
στο αίμα που διψώ και που δεν χόρτασα ποτέ μου
στου θηρευτή την επικράτεια όλη
στα συνθλιμμένα σας οστά δεν είμαι δεν
ας κυνηγώ
όμως εδώ και πουθενά
και τώρα και ποτέ μου δεν με βρίσκω».
 Ο Τίγρης Τίγρης δυο φορές
μα πού μα πού
και ποιος του Τίγρη ο Τίγρης.

Και ονειρεύεται ο Τίγρης κάποτε
τη μακρινή τού Αμνού ομορφιά
το βλέμμα που δεν λέει τον θάνατο
και τον σκυμμένο προς τη Γη πιστόν αυχένα·
Εκείνον που το αίμα ίσως δεν ρώτησε ποτέ
μα βρίσκει το νερό παντού διαυγές
τον τόπο πάντα χλοερό
στα μέτρα του το άπειρο
και αγαθές πανάγαθες τις ανοιχτές αμέτρητες εκτάσεις·
Αυτός κρατά την κόρη και τον γιο πριν γεννηθούν
βρίσκει τις μέλλουσες γενιές αλάθευτος και τις εκτρέφει
διάρκεια και συνέχεια και διατήρηση
το άξιο και το εμμένον
και η δυσεπίτευκτη παντού γενναία Ειρήνη·
και ιδού δεν είναι έρημος και βάραθρα
δεν είναι λύση ασυνέχεια διακοπή
δεν είναι βία των κόσμων
και στις μυλόπετρες τού γίγνεσθαι
που ηχούν και τρίζουν μες στον νου
δεν είναι το δεν είναι.

«Κοίτα με, Αμνέ, εκλιπαρεί,
μες απ’ τους τόσους βρυχηθμούς σού ψιθυρίζω
μην αποστρέφεις απ’ τον Τίγρη Πάνθηρα το βλέμμα
κοίτα με, Αμνέ, εκλιπαρεί,
δεν έχω άλλον τόσο κι έτσι αγαπήσει·
θέλω τα μάτια σου το βλέμμα σου το ευθύ
θέλω να γίνω ο χόρτος που σε τρέφει
κι αφού δεν δύναμαι
τα μάτια σου τα μάτια μου να γίνουν
δώσε τον κόσμο να κοιτώ μες στα δικά σου».

Και βλέπει ο Τίγρης τον Αμνό
το βλέμμα ψάχνει την απόκριση στο βλέμμα
και βλέπει στον γαλήνιο οφθαλμό
όλο το κόκκινο – την πυρκαγιά και το αίμα.
Και βλέπει ο Τίγρης τον Αμνό
γυρεύει κάποια Εδέμ η αρσενικότατη ύβρις
και ξαναβρίσκει όλη τη Γη στον Ουρανό
και βρίσκει στον Αμνό τον Τίγρη ο Τίγρης.

Το σώμα είναι πληγή.
Κι ο Εαυτός 
ανέγνωρος και ασύλληπτος
το Αναπόφευκτο είναι.
Ψυχή 
Ψυχή του Τίγρη
το τρυφερό
το τρυφερότερο ζαρκάδι
σε σπαράσσει.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Κυριακή, Μαρτίου 04, 2012

TO ΜΙΣΟΣ


















ΤΟ ΜΙΣΟΣ

Δεν ξέρει αυτός που είμαι μόνον να πεθαίνει.
Όσο η Σκέψη μου κορμιά αποθεώνει,
ψυχρή και πύρινη, υψωμένη, γκρεμισμένη,
τόσο η Πράξη μου ματώνει και σκοτώνει.

Ποιος είσαι Εσύ που μου ζητάς να συγχωρήσω
αυτό που σκύλεψε του Έρωτα το σώμα…
Εγώ αγάπησα – και πρέπει να μισήσω.
Κι είμαι περήφανος, γιατί μισώ ακόμα.

Οι Στίχοι μου είναι η ανάποδη του Φόνου –
μια Φύση που μισεί τη φύση της να κρύβει,
που αποκαλύπτεται στο πέρασμα του χρόνου

και που με κάνει, νύχτα ή μέρα μεσημέρι,
με το αριστερό να πιάνω το μολύβι,
με το δεξί να σφίγγω πάντα το μαχαίρι.

© Θεοδόσης Βολκώφ

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 08, 2012

ΙΝΔΙΑΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

ΙΝΔΙΑΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Ω Μεγάλο Πνεύμα, 
που τη φωνή Σου ακούω στους ανέμους
και που η πνοή Σου δίνει στους πάντες ζωή,
εισάκουσέ με.
Σε Σένα έρχομαι ως ένα απ’ τα πολλά παιδιά Σου·
είμαι αδύναμος… είμαι μικρός… 
Χρειάζομαι τη δύναμη και τη σοφία Σου.
Άσε με να βαδίσω μες στην ομορφιά 
και κάνε τα μάτια μου
πάντα να βλέπουν τ’ άλικα και τα μαβιά ηλιοβασιλέματα.
Κάνε τα χέρια μου να σέβονται όσα έπλασες
και κάνε μου οξεία την ακοή, 
ώστε ν’ ακούω τη φωνή Σου.
Κάνε με σοφό, 
ώστε να εννοώ αυτά που στον λαό μου δίδαξες
και τα μαθήματα που έκρυψες σε κάθε φύλλο και σε κάθε πέτρα.
Ζητώ σοφία και δύναμη,
όχι για νά ‘μαι ανώτερος των αδελφών μου, 
αλλά για να μπορώ να πολεμώ τον πιο μεγάλο μου εχθρό,
τον ίδιο εμένα.
Δώσε να είμαι πάντα έτοιμος να παρουσιαστώ ενώπιόν Σου
με χέρια καθαρά και μάτι ευθύ,
ώστε η ζωή σαν σβήνεται και ξεθωριάζει ηλιοβασίλεμα ίδια,
το πνεύμα μου να ‘ρθει σε Σένα
χωρίς ντροπή.

Μεταγραφή: Θεοδόσης Βολκώφ 
Πρώτη δημοσίευση στο Ποιείν

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 03, 2012

TED HUGHES, Το όνειρο τού Λιονταριού














     
 ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΛΙΟΝΤΑΡΙΟΥ 

Ήταν μια αρχαία Χώρα. Και ήτανε του Λιονταριού.
Νέο στη γη το κάθε πλάσμα, και δειλά-δειλά ξυπνούσε,
γλείφονταν για να ξυπνήσει, να μιλήσει, και μιλούσε
τη μητέρα πρωτογλώσσα, την τραχιά του Λιονταριού.

Πού ακριβώς αυτή η χώρα; Ήταν Γη του Λιονταριού.
Δεν ανήκε στη Φοράδα, του ασβεστόλιθου ανεμώνα.
Δεν ανήκε στο Κοράκι τού μεγάλου Προμαχώνα.
Το που άνοιξε τον νου ήτανε μάτι Λιονταριού.
 
Λύκος, Ύαινα, Άγριος Σκύλος, με τη χαίτη Λιονταριού,
όλα ανάσκελα γυρίζαν, μητρικά χαμογελούσαν
και το ανθρώπινο τού λιόντα βρέφος γάλα το κερνούσαν
υπό το υψωμένο μάτι, το χρυσό του Λιονταριού.

Δεν ξεθώριαζε της Χώρας τ’ όραμα – του Λιονταριού –
χωριστό το κάθε πλάσμα σαν κρουστάλλι φωτιζόταν,
μελωμένο από το φως, φως του Λιόντα, ονειρευόταν
ένα όνειρο και μόνο, τ’ όνειρο του Λιονταριού.

Ξαφνισμένα από το είναι, τον αχό του Λιονταριού
μόνο πρόσμεναν και, του ήλιου σαν σπαράγματα, προσέχαν,
σαν και κείνον σφαιρωμένα, κι όλα γύραθέ του τρέχαν
κι έβλεπαν μες στην καρδιά τους τη μορφή του Λιονταριού.

Τι ήταν το Λιοντάρι, ο Λέων απ’ τη Γη του Λιονταριού;
Τ’ όνειρο της παιδικής μας ηλικίας καλά κρατούσε,
της Μητέρας στοχαζόταν τη μορφή κι εκεί θωρούσε
μέσα στο δικό της βλέμμα δύο μάτια Λιονταριού.

Και μορφώνονταν σε ανταύγεια, σε ανταύγεια Λιονταριού
και πιο αλλόκοτη και αλλόκοτα η μορφή ενανθρωπισμένη
και σαν ένας υπνοβάτης και σαν μισοϋπνωτισμένη
Ρήγισσα είδε το Λιοντάρι μες στη Γη του Λιονταριού.

Και ως έμβλημα, σημαία η μορφή του Λιονταριού.
Και Λιοντάρι το νησί μας τ’ όνομα που έχει πάρει
μες στις νύχτες του πολέμου. Μέχρι που η αυγή-Λιοντάρι
ήρθε κι έπαψε τον ύπνο του μεγάλου Λιονταριού.

Στου φωτός την πρώτη γέννα, τ’ όνειρο του Λιονταριού,
πέφτοντας στη γη ως μάννα κι απ’ τον ουρανό φερμένο,
αποκάθαρε τα πάντα το σε σένα πυκνωμένο·
κι έδειξε εσένα ο ήλιος τον βυθό του Λιονταριού.

TED HUGHES
Μεταγραφή: Θεοδόσης Βολκώφ

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 01, 2012

JOHN WILMOT, Kατά του γάμου


ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ

Από αγάπη ακραιφνή κι από έγνοια, παιδιά μου,
θα σας δώσω μια ιδέα, ένα σκίτσο του γάμου.

Τις δουλειές καταστρέφει, μάς στερεί τη χαρά,
νιάτα, πνεύμα αναλώνει αρετή και παρά.
Μας συνθλίβει τη σκέψη, τον ύπνο στοιχειώνει
και προτού να χαράξει στον δρόμο μάς στρώνει.
Και να κάνουμε κάνει τα μυριάδες παράλογα,
αφού πράμα σημαίνει πράσσειν άνομα κι άλογα.

Αν χρειάζεστε σάρκα, πάρτε δρόμο ευγενή,
σε μια πρόθυμη πόρνη ουδεμιά ταραχή.
Μπαίνεις μέσα της, βγαίνεις  κάνε όπως νομίσεις
και ο μόνος σου φόβος μήπως κάτι κολλήσεις.
Κι οι αρρώστιες, το ξέρεις, έχουν κάποια γιατρειά,
μα του γάμου η χολέρα, ω, δεν παίρνει καμιά.

JOHN WILMOT
Μεταγραφή: Θεοδόσης Βολκώφ

Δευτέρα, Ιανουαρίου 30, 2012

ROBERT GRAVES, Στον Όγμιον Ηρακλή


ΣΤΟΝ ΟΓΜΙΟΝ ΗΡΑΚΛΗ

Οι Άθλοι σου τελέστηκαν, τα πάρεργά σου επίσης,
οι στάχτες σου απαλά πετούν απ' την κορφή τής Οίτης.
Ιδού λοιπόν, Ηράκλεις, η φυγή από την εξουσία.

Η λυγερότατη Ήβη, νεότερη απ' όλες τις Θεές,
που κάνει κύκλους στο πλατύ αλώνι της Σελήνης,
ζήλια καμιά δεν έτρεφε για τη Μεγάρα,
την Ιππολύτη, την Αυγή, τη Δηιάνειρα,
μα καθεμιά τους πένθησε με τη σειρά. Ράγισες όλες τις καρδιές,
σαν ήλιος καίγοντας αβάσταχτα για μια Ελληνίδα κόρη.

Ανάπαυσε το αθάνατο κεφάλι σου στης Ήβης την ποδιά·
όποιους πολέμους άρχισες άφησε οι γιοι σου να τελειώσουν.
Στοχάσου ένα νέο Αλφάβητο, θεράπευσε πληγές,
σύρε σε σένα ποιητές από μακριές χρυσές αλύσους,
όμως ακόμη πάνοπλος με λεοντή και ρόπαλο προχώρει.

ROBERT GRAVES
Μεταγραφή: Θεοδόσης Βολκώφ

Παρασκευή, Ιανουαρίου 27, 2012

PYOTR VYAZEMSKY, Πολλών, ανθρώπων και πραγμάτων, έχω επιβιώσει...















Πολλών, ανθρώπων και πραγμάτων, έχω επιβιώσει...

Πολλών, ανθρώπων και πραγμάτων, έχω επιβιώσει
και την αξία των πιο πολλών σε τούτη τη ζωή
τη ζύγισα· και προχωρώ, κι ας μ' έχουνε κυκλώσει
τείχη κι ας ζω σε όρια που μου έχουν θεσπιστεί.
Για μένα πια οι ορίζοντες εγγύς και ερεβώδεις
και πλησιάζουν διαρκώς όλο πιο σκοτεινοί.
Οι στοχασμοί μού έγιναν αργοί και κοπιώδεις
και η ψυχή μου έρημη μια χώρα και γυμνή.

Δεν προελαύνει σαν και πριν το πνεύμα μου με θάρρος
η ελπίδα στέκει άεργη, βουβή, και στην οδό,
την πατημένη από τού ζην το εγκόσμιο κρύο βάρος,
την ευκαιρία μού στερούν ξανά να πορευτώ.
Κι αν η ζωή μου φαίνεται απ' τις πιο δυσκολεμένες,
των σπόρων μου το απόθεμα αν είναι πια μικρό,
σαν ρίχνουν τόσα σύννεφα νιφάδες πυκνωμένες
πώς να ελπίσω απ' την αρχή σε νέο θερισμό.

Σε χώρες που ανέσκαψε τσεκούρι και που η πύρα
τα χώματα ανάλωσε ίχνος κάποιας ζωής
μπορεί και κάπου να βρεθεί, μα εμένα μόνον πείρα
μού έμεινε και μέλλοντος χωρόχρονος κανείς.
Κλείνει τον κύκλο η ζωή και πια δεν θα μπορέσει
να αποδώσει το ποσό που έχει ξοδευτεί
κι αυτό που η γη σε πέτρινους τάφους έχει χωρέσει
και κλείσει, ανήλεη, στο φως δεν θα επιστραφεί.

PYOTR VYAZEMSKY
Μεταγραφή: Θεοδόσης Βολκώφ

Τετάρτη, Ιανουαρίου 25, 2012

RALPH WALDO EMERSON, Βράχμα

















ΒΡΑΧΜΑ


Αν ο αιματόβρεχτος φονιάς νομίζει ότι φονεύει
κι ανίσως πως φονεύεται νομίζει ο φονευθείς,
κανείς τους δεν επίσταται τους κρύφιους, κι ας πιστεύει,
τους τρόπους που μετέρχομαι    φεύγω, γυρνώ ευθύς.

Τα ξεχασμένα ή μακρινά εγγύς είναι για μένα·
ο ήλιος και το έρεβος είν' ένα και το αυτό·
όλοι οι θεοί που πέθαναν εμφαίνονται σε μένα·
και δεν ξεκρίνω εγώ ντροπή και γέρας δοξαστό.

Εκείνος που με απόδιωξε άσχημα συλλογάται·
όταν με αποφεύγετε, εγώ είμαι τα φτερά·
εγώ είμαι η διερώτηση κι αυτός που διερωτάται
κι ο ύμνος που ο Βραχμάνος μου με ζέση τραγουδά.

Τον οίκο μου οι κραταιοί θεοί ζητούν, και καίνε,
και με ποθούν οι Επτά Ιεροί και με ζητούν ες μάτην·
όμως εσύ, του αγαθού πραότατε ερωμένε,
βρες με, και γύρνα αδίστακτος στον ουρανό την πλάτη.


RALPH WALDO EMERSON
Μεταγραφή: Θεοδόσης Βολκώφ