Δευτέρα, Ιουλίου 25, 2011

ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ



ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ


Εκεί που υπήρξαμε, το Έτερο ημερεύει.
Το Αχειροποίητο εν σιγή αδρό προβάλλει·
ριζώνει εκ νέου, ακινητεί στερρό και οδεύει,
επικρατεί και θάλλει και αναπάλλει.
Το εντός Φυτό – και πρώτο – κατισχύει.
Η πέτρα αχάραγη ξανά βουβή φυτρώνει.
Γλώσσα καμιά δεν εύχεται ούτε ομνύει,
δεν ονομάζει, δεν ορίζει – δεν πληγώνει.

Ζωή ανώνυμη· τα πάντα συμπηγμένα.
Ζωή ακατάγραπτη, απαράγραπτη, άνευ τέλους,
χωρίς εγώ, εσύ, αυτό – τα πάντα ως ένα –
χωρίς ανθρώπους, έργα, δαίμονες, αγγέλους.
Μετά τον θάνατο, ο θάνατος της Μνήμης.
Το βλέμμα που έσωζε δεν θα το σώσει βλέμμα
– ο μόνος νόμος απροσμάχητης της ρύμης –
κι όχι πια κόκκινο, μα μόνο πράσινο αίμα.

Απ’ τη αρχή πνοή τα πάντα θα χλοΐσει,
θα προσκυνήσουνε τον χόρτο οι Βαβυλώνες,
η Ιστορία κατεπόθη από τη Φύση,
ουκ έσονται ώρες, αριθμοί, βιβλία, αιώνες.
Την Κτίση το άκτιστο σκοτάδι κατακλύζει.
Η νύχτα αυτή – η αβασίλευτη όντως μέρα.
Τον Λόγο αρθρώνει η Σιωπή και συνεχίζει,
η πανταχού απουσία Παρουσία Δευτέρα.

Ιδού – η Γη κενή. Ιδού – καινή η Κτίση.
Απών ο άνθρωπος – το είδωλο, η σκιά του –
και πια κανείς, κανείς για να πενθήσει.
Αυτός ο θάνατος το τέλος του θανάτου.

Και στη νεότοκη πανάρχαια επάνω Φύση
μόνο επεφέρετο το Πνεύμα Του Αοράτου.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Τετάρτη, Ιουλίου 13, 2011

Αιδοίον Αΐδιον


Αιδοίον Αΐδιον


Δεύτερο στόμα, τρομερότερο του πρώτου –
με τ’ ανδροφόνα δίχως δόντια χείλη,
μες στις συσπάσεις σου με είχες αναγγείλει.
Γεννάς τον άντρα και δηλοίς τον θάνατό του.
Η γλώσσα σου δεν φτιάχτηκε από λέξεις·
θάλασσα που αρμύρα ξεχειλίζεις,
που με καλείς, που μου μιλάς και αναβαπτίζεις
το πνεύμα μου, το σώμα αν επιλέξεις.

Θύρα διπλή, τετράφυλλη, μικρή, μεγάλη·
άβατο χιλιοδιάβατο παλάτι,
έμμονη σκέψη μου και βούληση εσχάτη
η υποπόρφυρη θαμνώδης σου αγκάλη.
Ιδέα σάρκινη, σκοπέ της κάθε πράξης,
των τρόπων όλων το αιώνιο θέμα,
ποτάμιο προς εσένα ρέει το αίμα
ζωή και θάνατο μαζί για να διδάξεις.

Καταγωγή μου που σ’ εσένα κατατείνω,
λέαινα μαύρη, κόκκινη, ξανθιά, ο σκύμνος
εγώ – κι ο πίδακας του σπέρματος ο ύμνος,
η προσευχή κι ο όρκος που σου δίνω.
Κόρη του Χρόνου αρχαιότερη απ’ τον Χρόνο,
χαλκέντερη αιώνια αιώνων μήτρα,
τη μόνη μου λευκότητα για λύτρα
όσο ο ταύρος μου βαστά θα σου πληρώνω.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Δευτέρα, Ιουλίου 11, 2011

ΓΙΟΥΒΕΝΑΛΗΣ ΙΙΙ


ΓΙΟΥΒΕΝΑΛΗΣ ΙΙΙ


Ιδού. Να ειπωθώ ήγγικε η ώρα.
Απ' τις σκιές κατάφρακτος προβάλλω.
Όχι μετά ή πριν· εδώ και τώρα

στην καταιγίδα των καιρών με σάλο
ανταπαντώ - αιμάσσοντα, δικό μου.
Με νου, καρδιά, πνευμόνια και καβάλο

διεκδικώ παντού το μερτικό μου
κι έτσι ζητώ να πράξω ή ν' αντιπράξω
σε κάθε αντάμωμα ή στροφή του δρόμου –

ό,τι κερδίσω ευθύς να το πετάξω
κατέναντι του κόσμου ή του θανάτου
και αφού σε κάθε σύγκρουση φρυάξω

και χτυπηθώ με όλα Του Αοράτου
και αφού στα πάντα θέλω να ενσκήψω
ακούγοντας παντού το κάλεσμά Του,

τα πάντα σταθερός να εγκαταλείψω
και να γδυθώ τον κόσμο που με ντύνει.
Να υπάρξω ακέριος σε όλα – και να εκλείψω.

Στο κέντρο της Οργής να ΄μαι Γαλήνη,
μα να μην υπολείπομαι σε Βία.
Στο κέντρο του Πολέμου η Ειρήνη

να ηγεμονεύει επάνω στα στοιχεία.
Να πολεμώ μαζί και ν' αφηγούμαι
και ν' αντιτάσσω εγώ στην Ιστορία

τη Γλώσσα μου... Ιδού, δεν εξηγούμαι
από καμιά εποχή και επιστήμη
και από νόμους δεν αιτιολογούμαι

και δεν συνάγομαι από κάποια μνήμη·
ελπίδα δεν μπορεί να μ' ερμηνεύσει.
Ό,τι κι αν με ξερνά με καταπίνει.

Κτηνώδης πράξη και ζωώδης σκέψη
το άπεφθο, ολοδικό μου «Ούτως»
που βλέμμα δεν μπορούσε να προβλέψει.

Και είμαι όνομα και πράγμα Βρούτος.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Δευτέρα, Ιουλίου 04, 2011

4η Ιουλίου, Thomas Jefferson


"Ποια χώρα μπορεί να διατηρήσει τις ελευθερίες της αν οι κυβερνήτες της δεν προειδοποιούνται από καιρού εις καιρόν ότι ο λαός τους διατηρεί το πνεύμα της αντίστασης; Ας πάρουν όπλα [...] Τι σηματοδοτούν λίγες χαμένες ζωές σε μια περίοδο ενός ή δύο αιώνων; Το δέντρο της ελευθερίας πρέπει να αναζωογονείται από καιρού εις καιρόν με το αίμα πατριωτών και τυράννων. Αυτό είναι το φυσικό του λίπασμα".

Thomas Jefferson

Τρίτη, Ιουνίου 07, 2011

ΓΙΟΥΒΕΝΑΛΗΣ ΙΙ



ΓΙΟΥΒΕΝΑΛΗΣ ΙΙ

Μνήμη Louis Antoine de Saint-Just


Aπ’ του Θυμού το πυρωμένο αγέρι
σαρκώσου τώρα, Στίχε, κι έτσι τράβα
σε όσα η ποίηση αποφεύγει μέρη

στο τρυφερό και στο δειλό της διάβα.
Νέοι καιροί· πανάρχαιο προσκλητήρι –
Να καις· εδώ με πάγο, εκεί με λάβα.

Στης Ιστορίας τ’ άγριο χωνευτήρι
διάλεξε το πεδίο σου και στήσου
ορθός μέσα στο ψύχος και στην πύρη.

Λάβε, λοιπόν, τη θέση σου και οπλίσου.
Μεριά απόψε, Στίχε, θα διαλέξεις,
θα ορίσεις, επιτέλους, ποια η Γη σου

και σύσσωμος θα τήνε διαφεντέψεις.
Τη Διψασμένη μ’ αίμα θα ποτίσεις,
την κλίμακα των πόνων θα διατρέξεις,

μα δεν θα σπάσεις όσο κι αν λυγίσεις.
Στου πλήθους την ψυχή, Στίχε, βυθίσου
και πιες και λούσου εκεί ώς να μεθύσεις.

Κι ωστόσο πάλι Ελεύθερος κρατήσου
με μάτι γερακίσιο για να κρίνεις
τις πράξεις και την πράξη τη δική σου.

Κι από την άλλη κόβε όταν να λύνεις
δεν είναι ούτε ο τόπος ούτε η ώρα·
να καις, σαν πρέπει, και αν όχι, ας σβήνεις.

Όπως και να ‘χει ωστόσο, εμπρός προχώρα.
Πάτα με οπλές και χτύπα με τσεκούρια
κι αν πρέπει, κάψε ολάκερη τη χώρα

και μη σκεφτείς τα ενάντια και τα ούρια.
Ξεχέρσωσε ό,τι είναι να εκχερσώσεις
για να φανεί στη γη μια γη καινούργια

και χαλυβδώσου αν θες να χαλυβδώσεις.
Θύμωσες, Στίχε. Δεν αρκεί. Οργίσου. –
Και σκότωσε αν πρέπει να σκοτώσεις.

Τράχυνε στην Ανάγκη το κορμί σου
και νεύρα και μυώνες όλος δείξου,
την ίδια σου ψυχή, αν πρέπει, αρνήσου

κι ένας ενάντια σ’ όλους μόνος ρίξου·
φτάσε στα έσχατα τον Εαυτό σου,
στον πόλεμο και μες στο αίμα πνίξου·

ακόμα και το έγκλημα φορτώσου
και γίνε Τρόμος – έτσι θυσιάσου·
αν πρέπει, και αυτό – αποκτηνώσου.

Η Ανάγκη, ερωμένη και θεά σου,
στο σχήμα μιας αόρατης στεφάνης
θα σώζει αλλού την αθωότητά σου.

Αν θες να ζήσεις, πρέπει να πεθάνεις.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Κυριακή, Ιουνίου 05, 2011

ΓΙΟΥΒΕΝΑΛΗΣ Ι

Eπ’ ευκαιρία, το κάτωθι αφιερώνεται στους τριάντα δύο – κυρίους και κυρίες, ποιητές και μη – που συνέταξαν αυτήν την έκθεση πανελληνίων εξετάσεων τιτλοφορώντας την «Τολμήστε» και που κηρύσσουν δι’ αυτής και από καθέδρας την ηθική του υποζυγίου.

Ας μην ανησυχούν· οι υπογράφοντες, ένας προς έναν, έγιναν με τον λόγο τους, όπως πάμπολλες φορές κατά το παρελθόν με τη σιωπή τους, αρεστοί σε αυτούς που όφειλαν, κατά τα πιστεύω και τις θέσεις τους, να γίνουν.

Εντούτοις, ας έχουν υπ’ όψιν τους και αυτό· η μεγάλη θεά της Ιστορίας που ακούει στο όνομα Ανάγκη, «πολύ συχνά μητρυιά, κάποτε όμως και μητέρα», δείχνει αλλά και θα δείξει πως η ηθική τους, ας είναι η κρατούσα, δεν είναι η μόνη· και η αισθητική τους επίσης.




ΓΙΟΥΒΕΝΑΛΗΣ Ι


«Ο ποιητής είναι ασφαλώς το γέννημα της εποχής του· αλίμονο όμως γι’ αυτόν αν είναι μαθητής της ή και το χαϊδεμένο της παιδί».

Friedrich Schiller




Η σήμερον – μια εποχή τυραννική·
σκλαβώνει και τους πρώτους η μορφή της
κι εμένα όλο στην τάξη ανακαλεί,
υπάκουο θέλοντάς με μαθητή της·
τα χαϊδεμένα της υψώνει αυτή παιδιά
ώς την περιωπή της Ιστορίας
με όλα τη φήμης ν’ αλυχτάνε τα σκυλιά,
ζητιάνοι μιας χυδαίας αθανασίας.

Η σήμερον – μητέρα μου φρικτή·
το πνεύμα της εντός μου φονευμένο
από τα χέρια μου, απ’ τη σκέψη, απ’τη φωνή,
από έναν βίο πολεμικό κι ερωτευμένο.
Η σήμερον – μητέρα μου οικτρή –
καμώματα, λογάκια και στολίδια,
μητρυιά είπε τη μάνα το παιδί
κι άντρας εδείχτη μέσα στα σαρίδια.

Η σήμερον – μια εποχή γυναικωτή·
αρσενικά και θηλυκά τα γύναια γύρω,
πόρνη εποχή που θέλει τιμητή
και τιμητή απ’ τα σπλάχνα μου ανασύρω.
Άλλοθεν άλλος και πηγαίνω αλλού.
Περιφρονώ κάθε ακκισμό και πορσελάνη.
Την πίστη και τη φύση του χαλκού
δουλεύω ενάντια στο γυναικομάνι.

Εγώ που υπήρξα ο πλέον τρυφερός,
στης Ιστορίας τ’ απόνερα πνιγμένος,
έγινα κι είμαι πλέον ο αυστηρός·
την τρυφεράδα μετουσίωσα σε μένος.
Αργά, με επιμονή μες στη σιωπή
σε αρχαίες φλόγες έτεινα τα χέρια,
μυώνες γέμισαν οι στίχοι κι οι ρυθμοί
και γρύπες έκανα τα μέσα περιστέρια.

Μολύνεις, κόσμε, εκείνα που αγαπώ,
τα κάνεις όμοιά σου, τα ντροπιάζεις·
να σε πονέσω θέλω – και μπορώ.
Γωνίες όλος έγινα· δεν σιάζεις
εμένα κατά πώς εσύ το θες.
Γωνίες όλος και αιχμές· αυξάνω
χτυπήματα δεχόμενος, πληγές
ανοίγοντας κι εγώ ώς να πεθάνω.

Παίρνει φωνή το αίμα και μιλά.
Παίρνει φωτιά το αίμα και προστάζει.
Η σάρκα που αιμάσσει αντιμιλά.
Ρομφαία ο Λόγος έγινε και σφάζει.
Καταντικρύ του αίσχους φοβερός.
Στον τρόμο αντιτάσσω άλλον Τρόμο.
Τον πόνο οπλίζει τώρα ο Θυμός
και ματωμένη, η Λευτεριά, τραβάς τον δρόμο.

Χύμηξα καταπάνω στον λαό
– μ’ αυτόν πριν απ’ τους τύραννους τα βάζω –
και σβέρκωσα όσους βρήκα απ’ τον σωρό
με νύχια και με δόντια. Με τον λάζο
του στίχου έγδαρα κάθε προβιά
για να φανεί του καθενός το άλλο δέρμα.
Με λόγια μελανά και πορφυρά
τίναξα μες στην εποχή το άλλο σπέρμα.

Έλα μου, άτεγκτη και αδήριτη ματιά·
διαπέρασε την εποχή σου πέρα ώς πέρα,
ματιά του λύγκα στυλωμένη στη νυχτιά,
αρνήσου· δημιούργησε τη μέρα.
Έλα μου, αμάλαγη και αφόρητη θωριά·
κι αν είσαι ο λειψός, μεγάλωσε· περίσσος
και γίνε κι άστραψε· σωπάστε, τρυφερά.
Πλήθυνε, δούλευε και χτύπα, το Άγιο Μίσος.

Σκότωσα τη ζωή μου για να πω
αυτό που όλοι σκιάζεστε ν’ ακούτε·
τράχυνα την ψυχή μου στον τροχό
της Ιστορίας, της Ανάγκης κι ούτε
κι αυτό δεν άρκεσε· και είπα «εγώ,
στρατός, λαός ολόκληρος να γίνεις».
Τον άντρα έζεψα μαζί και τον Θεό,
τα δυο καματερά μου σπρώχνει η Μήνις.

Κι έγινα ο πυρός και μελανός
κι έχτισα με τις σάρκες μου μια πίστη
και αργά ζωντάνεψε κι ο κόσμος ο νεκρός,
ψυχώθηκε, φλογίστηκε κι εσείστη.
Ύαινα ενώπιον μου η εποχή,
τα χνώτα μου στον σβέρκο της – ο τίγρης –
ένιωσε και θα νιώσει πιο πολύ.
Ευοί αναγκαία μου, φρικτή, σεμνή μου ύβρις.

Μόνη πιστή ερωμένη μου, Οργή,
– βίος πολεμικός κι ερωτευμένος –
εσύ μητέρα, θυγατέρα, εσύ αδελφή
κι εγώ από σένα ο άντρας γεννημένος.
Πυκνώνοντας, τραχύς και βλοσυρός,
αυτό που θέλω παρωθώ ή παρέλκω·
σαν τον γρανίτη, μαύρος και σκληρός,
μες στον αιώνα μου θα πέφτω – και θα στέκω.

© Θεοδόσης Βολκώφ

Τρίτη, Οκτωβρίου 12, 2010

KYRIE

ΚΥRΙΕ

Kύριε των πόνων των λυγμών και των θανάτων
των θανάτων και του Θανάτου μου Κύριε
την πίκρα βύθισε βαθιά μέσα στα σπλάχνα
το γέννημα της τρομερής τριβής ψυχής και κόσμου –
βαθιά και πιο βαθιά μέσα στα σπλάχνα
να μην εκφύεται θρασεία να μη φτάνει
ώς τον κρατήρα των χειλιών και να βροντά.

Μα δώρισέ μου αμόλυντη τη Θλίψη
απίκραντη και ελεύθερη και αγνή
και κάνε μου άπεφθο το μέταλλο του πόνου
και αρραγές – σαν σκοτεινό και άχρονο
στον ήλιο ή στη νύχτα Σου αναλάμπει·
απρόσβλητο απ’ τον στείρο πικρασμό
κι απ’ τις μικρές χαρές κι από τις λύπες.

Ενώπιον της Ζωής και του Θανάτου
ας γίνεται η γλώσσα μου σιωπή
η σκέψη μου ας ακινητεί ως πέτρα
ας με αριθμείς με τους νεκρούς αυτού του κόσμου –
όμως καθάριο κράτησε το βλέμμα και τον λόγο
και λεοντόθυμο απ’ άκρου εις άκρο το κορμί·
κι η μοναξιά μου ας μην επιτιμά
για τον εαυτό της άνθρωπο κανένα·
στη λέξη δώσε ορίζοντα στην πράξη φλόγα
και αρσενική αρσενική κράτα τη Θλίψη.

Να με αφαιρεί ο πόνος μα ν’ αυξάνω
να δείχνομαι πιο λίγος μα να γίνομαι
να είμαι πιο πολύς.
Τη Θλίψη κράτησέ μου αρσενική.
Χωρώντας μέσα της και αντέχοντας τα δυο
και την οργή και τη συμπόνια
μόνον η Θλίψη άοκνη ας δρα
ο σιωπηλός και ακάματος εργάτης
ώστε τον άντρα ο πόνος πιο άντρα να τον κάνει·
και τη μεγάλη μέσα μου αρθρώνοντας
την άγρια κι ανυπότακτη Χαρά
και με το αίμα στο αίμα της γεννώντας
το ύπατο απ’ τα κρύφια Σου και τ’ άδηλα –
το νόημα που αυτόν τον κόσμο θάλπει.

Κύριε των πόνων των λυγμών και των θανάτων
των θανάτων και του Θανάτου μου Κύριε
των μελλούμενων και του Εσχάτου Ενός
την πίκρα βύθισε βαθιά μέσα στα σπλάχνα
να μην εκφύεται θρασεία να μη φτάνει
ώς τον κρατήρα των χειλιών και να βροντά·
να μη στυφίζει το φιλί ή το τραγούδι.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Τρίτη, Οκτωβρίου 05, 2010

IN TYRANNOS


IN TYRANNOS

Σιγή. Σαλεύει ο Ασάλευτος, βαθαίνει και απλώνει,
με τη σιωπή ανατράφηκε, γι΄αυτό πατάει στερρός
κι ο πόνος το καθάριο του το βλέμμα δεν θολώνει
και ο καημός ακράτητος τού γίνεται ρυθμός.

Αδράχνει χώμα από τη Γης και το πυργώνει όρος
κι απ’ τη Φωτιά το ύπατο και το τινάζει φως,
η Οργή αργά τον σμίλεψε, και πάλλει ιδεοφόρος,
κατάφρακτος και πύρινος ορθώνεται ο Εαυτός.

Ένας εγώ και αντίμαχος ολάκερος Αιώνας,
ένας εγώ και μέσα μου ολάκερος Λαός,
εγώ στρατός και πρόμαχος κι όρκος της λεγεώνας,
εγώ Θυμός και Εκδίκηση και λόχος ιερός.

Γεννά η Ζωή τον Θάνατο, μονάκριβή της κλήρα,
για να δοξάσει τη Ζωή ο Πρώτος κι ο Στερνός,
τον Έρωτα τον άγιασε, τον Πόλεμο η Λύρα
αγιάζει τώρα, ο Λόγος της Λόγος αρσενικός.

Μάνα ίδια δεν μας γέννησε· μας γέννησε ο Πόνος,
κι είναι λιοντάρι, γήταυρος και λύκος κι αετός
ο που σε θέλησε, Λαέ, Τραχύς Τυραννοκτόνος,
ο που με μόχθο σού ‘γινε ο Αδερφοποιτός.

© Θεοδόσης Βολκώφ