Παρασκευή, Αυγούστου 11, 2006

EΝΑ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΛΙΒΑΝΟΥ
ΧΑΛΙΛ ΓΚΙΜΠΡΑΝ


Θέλω να δώσω τον λόγο σε ένα από τα παιδιά τού σκληρά δοκιμαζόμενου Λιβάνου, τον Χαλίλ Γκιμπράν (1883 – 1931). Παραθέτω λοιπόν αποσπάσματα από ένα κείμενό του, το οποίο υπάρχει στο βιβλίο «Θησαυρός Σοφίας του Χαλίλ Γκιμπράν» των εκδόσεων Ορφανίδη. Την επιλογή των κειμένων στην εν λόγω έκδοση την έχει κάνει ο Ε. Γραμμένος, τη γλωσσική επιμέλεια ο Φώντας Κονδύλης και η μετάφραση έχει γίνει από ομάδα συνεργατών του εκδοτικού οίκου. Δεν γνωρίζω αν το βιβλίο κυκλοφορεί σήμερα, κάθως το βρήκα σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο. Αν πάντως πέσει στα χέρια σας, αξίζει να το μελετήσετε…


Ο ΔΙΚΟΣ ΣΑΣ ΛΙΒΑΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ


Eσείς έχετε το δικό σας Λίβανο κι εγώ το δικό μου.
Ο δικός σας είναι ο πολιτικός Λίβανος και τα προβλήματά του.
Ο δικός μου είναι ο φυσικός Λίβανος μ’ όλη του την ομορφιά.
Εσείς έχετε το δικό σας Λίβανο με τα προγράμματα και τις συγκρούσεις.
Εγώ έχω το δικό μου με τα όνειρά του και τις ελπίδες του.
Ας είστε ικανοποιημένοι με το δικό σας Λίβανο, όπως εγώ είμαι ευχαριστημένος με τον ελεύθερο Λίβανο του οραματισμού μου.
Ο δικός σας Λίβανος είναι ένας περίπλοκος πολιτικός κόμβος που προσπαθεί να λύσει ο χρόνος.
Ο δικός μου ο Λίβανος είναι μια αλυσίδα από λόφους και βουνά που υψώνονται γεμάτα ευλάβεια και μεγαλοπρέπεια προς τους γαλάζιους ουρανούς.
Ο δικός σας Λίβανος είναι ένα διεθνές πρόβλημα που δεν έχει βρει ακόμα τη λύση του.
Ο δικός μου ο Λίβανος είναι ήρεμα, μαγεμένα λιβάδια γεμάτα αντίλαλους απ’ τις καμπάνες των εκκλησιών και τους ψιθύρους των ρυακιών.
Ο δικός σας Λίβανος είναι μια πάλη ανάμεσα σ’ έναν αντίπαλο από τα δυτικά και σ’ έναν αντίπαλο από τα νότια.
Ο δικός μου ο Λίβανος είναι μια φτερωτή προσευχή που φτερουγίζει το πρωί όταν οι τσοπάνηδες βγάζουν τα κοπάδια τους στη βοσκή και ξανά το σούρουπο όταν οι χωριάτες γυρίζουν από τα χωράφια και τ’ αμπέλια τους.
Ο δικός σας Λίβανος είναι μια απογραφή αναρίθμητων κεφαλών.
Ο δικός μου είναι ένα γαλήνιο βουνό που στέκει ανάμεσα στη θάλασσα και στις πεδιάδες, σαν ένας ποιητής ανάμεσα στη μια αιωνιότητα και την άλλη… …

.. Ο δικός σας Λίβανος είναι ένα παιχνίδι σκακιού ανάμεσα σ’ ένα επίσκοπο κι ένα στρατηγό.
Ο δικός μου ο Λίβανος είν’ ένας ναός όπου η ψυχή μου βρίσκει καταφύγιο όταν κουράζεται απ’ αυτόν τον πολιτισμό που τρέχει με εκκωφαντικούς τροχούς.
Ο δικός σας Λίβανος είναι δύο άνθρωποι – ο ένας που πληρώνει φόρους κι ο άλλος που τους μαζεύει.
Ο δικός μου ο Λίβανος είν’ εκείνος που γέρνει το κεφάλι του πάνω στο μπράτσο του στον ίσκιο των ιερών κέδρων, ξεχνώντας τα πάντα εκτός από το Θεό και το φως του ήλιου.
Ο δικός σας Λίβανος είναι λιμάνια, ταχυδρομεία, εμπόριο.
Ο δικός μου είναι μια αγνή σκέψη και μια φλογερή στοργή, μια θεία λέξη που ψιθυρίζει η γη στο αυτί του απείρου.
Ο δικός σας Λίβανος είναι διορισμένοι, υπάλληλοι, διευθυντές.
Ο δικός μου ο Λίβανος είναι το μεγάλωμα της νιότης, η απόφαση της ωριμότητας, η σοφία των γηρατειών… …

.. Ο δικός σας Λίβανος είναι νόμοι, κανονισμοί, ντοκουμέντα και διπλωματικά έγγραφα.
Ο δικός μου βρίσκεται σ’ επαφή με τα μυστικά της ζωής που τα ξέρει χωρίς συνειδητή γνώση· ο δικός μου ο Λίβανος είναι μια λαχτάρα που φτάνει με τα ευαίσθητα ακροδάχτυλά της στην πιο απόμακρη άκρη του αόρατου και το πιστεύει για όνειρο.
Ο δικός σας Λίβανος είναι ένας συνοφρυωμένος γέρος που χαϊδεύει τη γενειάδα του και σκέφτεται μόνο τον εαυτό του.
Ο δικός μου ο Λίβανος είν’ ένας νέος σαν πύργος στητός, γελαστός σαν την αυγή και σκέφτεται για τους άλλους όσο σκέφτεται και για τον εαυτό του… …

.. Πραγματικά, σας λέω πως το μικρό λιόδεντρο που φυτεύει ο χωρικός στους πρόποδες του βουνού στο Λίβανο θα ξεπεράσει σε διάρκεια τις δικές σας πράξεις κι επιτυχίες. Και το ξύλινο αλέτρι που τραβούν δύο βόδια πάνω στα χωράφια του Λιβάνου ξεπερνάει σε αξία τις ελπίδες και τις φιλοδοξίες σας.
Σας λέω, και η συνείδηση του σύμπαντος ας είναι μάρτυράς μου, πως το τραγούδι εκείνου που μαζεύει χόρτα στις πλαγιές του βουνού αξίζει περισσότερο από τις φλυαρίες των επίσημων αντρών σας… …

Eσείς έχετε το δικό σας Λίβανο κι εγώ το δικό μου… …

Τετάρτη, Αυγούστου 09, 2006

Ο ΓΙΓΑΝΤΑΣ




Γεννήθηκα ένας γίγαντας
από της Γης τα σπλάχνα,
με το κορμί χωμάτινο
φτιαγμένος με πηλό
και πάνω μου δροσιά έφερνε
της μάνας μου η άχνα,
πλασμένος με την έρημο
ζητούσα το νερό.
Και γύριζα τα πέρατα
του κόσμου και τις χώρες,
Αγάπη πάντα ψάχνοντας
και μάχες μυστικές
και μ’ έδειραν οι ανεμικές
και με τσακίσαν μπόρες
και το κορμί μου έσπασαν
και γέμισαν ρωγμές.
Στην έρημ’ ολομόναχος
ξεδίψαγα στο Νείλο
και τα κομμάτια μάζευα
θνητός στοχαστικός
κι είπα, «δε θέλω τον πηλό»
και μ’ έπλασ’ από ξύλο
κι είπα, «παλιές ανεμικές
δεν είμαι πια τρωτός».
Κι ήρθαν καινούργιες
θύελλες κι ορμήσαν νέες μπόρες,
δεν έκλεινε η Μοίρα μου
και γύριζε τ’ αδράχτι,
πολέμους γνώρισα φωτιάς,
των κεραυνών τις κόρες
και το κορμί μου απόμεινε
και κάρβουνο και στάχτη.
Κι εκεί πάλι σηκώθηκα
βαρύς από τη Γη μου
και μ’ έσπρωχνε ξανά μια ορμή,
ζωή αλυσοδέτρα,
να βρω μια ύλη άφθαρτη
από το χαλαστή μου
κι έψαξα μές στα βάθη μου
και μ’ έκαν’ από πέτρα.
Και τότε ήρθαν και μ’ αγγιξαν
μάγισσες κάποιες κόρες,
μητέρες τους τα τέρατα,
πατέρες οι σεισμοί,
βαθιές θάλασσες μέσα μου
πνίγαν στεριές και χώρες
και πια χαλίκια ο βράχος μου
και να, ξανά η ρωγμή!
Κι είπα, «τωρ’ από σίδερο
θα φτιάξω τον εαυτό μου,
δε θα ’χω πια καμιά ρωγμή
και στάχτη και καπνιά,
η Μάχη είναι η δόξα μου
κι η Αγάπη τ’ όνειρό μου»,
με βρήκε όμως το λύγισμα,
το λιώσιμο, η σκουριά.
Καινούργιες πάντ’ ανεμικές,
πάντα καινούργιες μπόρες,
δαιμόνισσες σαν να ’λεγαν
μ’ ανθρώπινες φωνές,
«ίδιες για σένα της ζωής
και του θανάτου οι ώρες,
γιατί κι εσύ δυνάμωσες
κι εμείς πιο δυνατές».
Κι ήρθε από μέσα η Μοίρα μου,
που απ’ την αρχή καλούσα,
από τα χρόνια τα παλιά,
τα χρόνια του πηλού,
κι είπε σ’ εμένα – μαχητής
που ζούσα κι αγαπούσα –
τους νόμους και τις προσταγές
της Γης και τ’ Ουρανού:
«Γιατ’ είσαι συ ο αδάμαστος
κι αν γίνεις από ατσάλι
κι απ’ όποιο μέταλλο άγνωστο,
σκληρό, γυαλιστερό,
μες στις φωτιές, στους χαλασμούς
θα σε βυθίσω πάλι,
δεν εχ’ η Αγάπη νικητές
κι η Μάχη τελειωμό»!



© Θεοδόσης Βολκώφ

Σάββατο, Αυγούστου 05, 2006

ΔΑΒΙΔ (απόσπασμα 2ο)




Στη γλώσσα του λαού μου
το όνομά μου σημαίνει
Αυτός Που Τον Αγαπούν·
στη γλώσσα της ψυχής μου
τη φτιαγμένη από αίμα και φωτιά
σε κάθε της γράμμα και φθόγγο
μέρα με την ημέρα
πληγή μετά την πληγή
άλλαξα το νόημα
το ξαναγέννησα καινούργιο
πιο δυνατό
και για μένα πιο άξιο
Δαβίδ τώρα σημαίνει
Αυτός Που Αγαπά.




© Θεοδόσης Βολκώφ

Παρασκευή, Ιουλίου 28, 2006

ΒΑΓΔΑΤΗ 1207 μ.Χ.



Άψογη είσαι·
την ομορφιά σου ομολογούν οι ομορφότερες,
μπροστά σου γονατίζουν οι ανδρείοι·
Ατίμητο στολίδι της Βαγδάτης,
της Περσίας μονάκριβο καύχημα
σε αποκαλούν οι ποιητές
και ο σύζυγός σου υπερήφανος
ευφραίνεται με τα δίκαια λόγια του Σουλτάνου -
«Δεν υπάρχει άλλη γυναίκα σαν και αυτήν,
την ομορφιά της που λάμπει
ξεπερνά μόνον η τιμιότητά της που αστράφτει·
τυχερός ο άνδρας που την ορίζει».

Όμως εγώ - που από μπρος σου πέρασα -
σε κοίταξα
και σ’ έχω κάνει ν’ αναρωτιέσαι.



© Θεοδόσης Βολκώφ

Τετάρτη, Ιουλίου 26, 2006

Ο ΜΟΝΑΧΟΣ
Μια παλιά ιστορία



Στη θύρα στέκει ο Ηγούμενος, την ευλογία δίνει
και λέει: «Γιε μου, Συμεών, σού εδόθη άγια χάρη,
να παίρνεις τις τρανές μορφές απ’ του φωτός την κρήνη
και ν’ ακουμπάς στο μάρμαρο, γλυκά, με το σμιλάρι.

Δείξε, παιδί μου Συμεών, θεία δόξα στους αιώνες,
Γεννήσεις, Ευαγγελισμούς, τα Μυστικά τα Δείπνα,
στ’ άπεφθο πλάσε μάρμαρο του Θείου τους αγώνες·
γέρος εγώ, θ’ αναπαυθώ· εργάζου και αγρύπνα»! ...

... Γονατιστός ο Συμεών την προσευχή τελειώνει
και ψιθυρίζει, «Κύριε, κι απόψε σε καλώ,
το χέρι κάνε σίγουρο, με τάραξαν οι πόνοι,
κάνε το μάτι αλάνθαστο, καθάριο το μυαλό»...

Ανάβει ο νέος μοναχός στη σκήτη το καντήλι
και τη ματιά στο μάρμαρο γλυκά-γλυκά ακουμπά,
τις μισοτέλειωτες μορφές, πριν πιάσει ευθύς τη σμίλη,
με δάχτυλα που τρέμουνε αγγίζει και ξυπνά...

Μα κάτι αλλάζει απ’ τ’ άγγιγμα μες στην ψυχή και χύνει
κάποιο άλλο φως μες στο κελλί και στην καρδιά φωτιά,
μέσα σε στρόβιλο παθών και σε ονείρων δίνη
θυμάται ο νέος Συμεών ζήση άγρια και παλιά...

«Αλέξανδρο με λέγανε πριν μοναχός να γίνω
κι Έλληνας είμαι κι αγαπώ τ’ ολόφλογο κορμί,
γυμνά πλάθω τα σώματα και τα ντυμένα γδύνω,
γυρνάς ξαν’ απ’ το παρελθόν, άρρενα γλύπτη ορμή!

Σε αγαπάω, Γέροντα γαλήνιε, και το φως σου,
μα εγώ αντλώ απ’ το ηφαίστειο και παίρνω απ’ τη φωτιά,
ας σμίξουνε στο Σύμπλεγμα η Γη μου κι ο Ουρανός σου,
χίλιες Αγάπες μάχονται βαθιά μες στην Καρδιά!

Προστακτικό το χέρι μου και ακολουθεί η σμίλη,
μού ζήτησες, Ηγούμενε, “τον Ευαγγελισμό”,
γεννάω με σφοδρότητα γραμμές, καμπύλες, χείλη
και πλάθω τα μυστήρια καθώς τα ζω εγώ»!

Κι είν’ η ψυχή χωμάτινη, τα μέλη σμιλεμένα
μ’ όλη τη ζέστα της ζωής στην κρύα μέσα σκήτη
κι είν’ Έρωτας ο Άγγελος με μάτια θαμπωμένα
κι ο Κρίνος Ρόδο ακάνθινο κι η Παναγιά Αφροδίτη...



© Θεοδόσης Βολκώφ

Παρασκευή, Ιουλίου 21, 2006

ΑΠΟΨΕ


Κοίτα Ψυχή μου άγρια πάντα το σκοτάδι,
μην αποστρέφεις απ’ τα βάραθρα το βλέμμα,
βυθίσου μες στη λάμψη των ψυχών και το αίμα,
με λάσπη κι αίμα φτιάχνει η Μοίρα το υφάδι.


Σεισμούς γεμάτο και φωτιές αυτό το βράδυ·
γίνε η κατεύθυνση – η κοίτη για το ρέμα
της λάβας το ασυγκράτητο – και μ’ ένα γνέμα
σύγκορμο κίνησε το ανθρώπινο κοπάδι.


Ψυχή μου πάντα άγρια, τον κόσμο μέτρα,
στη μήτρα του ηφαιστείου βύθισε το σπέρμα
και φτιάξε στίχους από σίδερο και πέτρα·

ορμή μου αδίστακτη, εκεί ’ναι το τέρμα·
τη λευτεριά σου άδραξε· και στη φωτιά της
απόψε ποιητής και αύριο επαναστάτης!



© Θεοδόσης Βολκώφ

Πέμπτη, Ιουλίου 20, 2006

ΔΑΒΙΔ (απόσπασμα)




Τότε θα προχωρήσει αλλιώς ο κόσμος
τότε ο ήλιος μια πλάση νέα θα φωτίσει
όταν η γυναίκα θα ορθώνεται
Γη και Φωτιά μαζί
και με τη φωνή της λέαινας
θα λέει –
Δείξε μου τα χέρια σου
εσύ που ζητάς να με αγκαλιάσεις
θέλω να δω αν κράτησαν σπαθιά
θέλω να δω αν μάτωσαν στις πέτρες
μόνο αυτά αξίζουν το κορμί μου
μόνο σε αυτά την καρδιά μου παραδίδω·
δεν έχεις δικαίωμα στο φιλί και στο χάδι
αν δεν πήρες μέρος στον Πόλεμο
αν δεν διάλεξες γρήγορα μεριά στη μάχη
αν δεν μου δείχνεις ένα κορμί
κι από χίλιες μεριές
χαραγμένο·
όμορφο τον άνδρα;
Ματωμένο τον θέλω
το αίμα του που ξοδεύεται
το αίμα του που καίει
και βάζει φωτιά με χίλιους τρόπους
το αίμα του που δεν γαληνεύει
που γίνεται κύμα και άνεμος
και αιώνια τους κόσμους ταράζει
αυτό που πυρακτώνεται και πυρπολεί
που κτίζει θεούς μέσα στους θανάτους του
και την άβυσσο βάφει κατακόκκινη
αυτό λέω ομορφιά του
αυτό δόξα του
και αυτό μεγάλο μου πόθο·
μόνο οι πολεμιστές
έχουν δικαίωμα στο κορμί μου
για τους μαχητές του τρομερού φυλάω τον Έρωτά μου
για τους σκοτεινούς
και τους δυναμιτιστές
τις νύχτες μου
για τους ήρωες που δεν ελπίζουν σε τίποτα
και όμως είναι Επίθεση
τη γλυκιά παρηγοριά μου·
ελάτε σε μένα οι πρόμαχοι
εγώ
εγώ είμαι η άλως των αγώνων
εγώ είμαι η παρηγορήτρα των θεών.





© Θεοδόσης Βολκώφ

Δευτέρα, Ιουλίου 17, 2006

ΓΥΜΝΗ


Θα σου δειχτώ γυμνή. Κάθε γραμμή θα δεις κάθε καμπύλη
κι αυτά που μόνο εσύ -γνωρίζω- τα μαντεύεις
και στη φωτιά κι όπως ποτέ σου πριν δεν έπιασες τη σμίλη
θ' αρχίσεις γρήγορα και άγρια να λαξεύεις.

Απ' τα κοινά και αδύναμα κουράστηκα τα χάδια,
το πύρινο να τυλιχτεί ζητά η σάρκα μου όνειρό σου
κι αυτό το βράδυ που κρατά βαθιά του όλα τα βράδια
θέλει τον μπρούντζο σου και το πεντελικό το μάρμαρό σου.



© Θεοδόσης Βολκώφ