Τετάρτη, Ιουλίου 12, 2006

ΟΙ MΑΥΡΟΙ ΣΤΙΧΟΙ
(τραγούδι)




Του Γιώργου Πύργαρη, ακριβοδικαίως



Θυμός ήταν η δεύτερη κι Οργή η πρώτη λέξη
της ποίησης που χάραξες με αίμα στη φωτιά·
την άναρχη μανία σου ποιος μπόρεσε ν’ αντέξει·
εδώ είναι όλα πύρινα – σκληρά και σκοτεινά...

Τριάντα χρόνια στα γνωστά και στα υγρά υπόγεια,
το στήθος σου αρρώστησε ανάβοντας φωτιές
και οι φωτιές τα σκοτεινά στους τοίχους γράψαν λόγια
που σ’ άλλα στήθη ζήτησαν να λύσουν τις σιωπές.

Με το τσιγάρο ανάμεσα στα δυο σφιγμένα χείλια,
γράφοντας στίχους στα κλεφτά την ώρα της δουλειάς,
η μαύρη φλόγα ήσουνα και γύρευες φιτίλια·
επαναστάσεις ήθελες, παιδί της πυρκαγιάς...

... Στο σπίτι που αγάπησες δουλειές κάνει ο σαράφης,
μια μακρινή ξαδέρφη σου γίνηκε παστρικιά,
«έτσ’ είν’ ο κόσμος» σού είπανε, μα εσύ δεν υπογράφεις
κι ας ζεις πάντα στο κάτεργο δεμένος στο χαλκά...

Στο θόρυβο και στη σιωπή της γλώσσας σου οι ήχοι
χάνονται κι είν’ ανώφελο απόψε να μιλάς,
μα πεπρωμένο σου ήτανε εκείν’ οι Μαύροι Στίχοι
και τους χαράζεις στο χαρτί χαλκό σα να πατάς.



© Θεοδόσης Βολκώφ

Δευτέρα, Ιουλίου 10, 2006

O ΔΑΙΜΟΝΑΣ
(α' μέρος - αποσπάσματα)






Η κόλαση με θέλησε δικό της
και τη φωτιά της έκανα καρδιά μου
και πόθησα τη Μάγισσα στης νιότης
το ξέσπασμα – γεννιέται η θάλασσά μου.


Κι είν’ από μαύρη οργή και το θυμό της
υψώνοντας σε κύματα η φωτιά μου
να την αρπάξει θέλει – στο βυθό της
να ζήσει εκεί γοργόνα μου, βαθιά μου.


Δεν ξέρω αν είν’ Αγάπη· είναι Μοίρα!
Κι εγώ ένας Δαίμονας Θεό ζωσμένος,
του πόθου και του πάθους η πλημμύρα,

αρχαίος και υπερήφανος, θλιμμένος,
σ’ εμέ η φωτιά δεσπόζει απ’ τα στοιχεία,
Δόξα μου κι Αρετή μου κι Αμαρτία.











Είμαι Ψυχή· μια Ζωή και μια Μοίρα,
λύκος στην έρημο και μάχη και σεισμός,
κολάσεων πύλη, παράδεισου θύρα,
πόθος και έρωτας και νίκη και θυμός.


Είμαι Οργή· της φύσης μου η θήρα,
άφθαρτη ουσία και πορεία και σκοπός,
της σκέψης και του πάθους την πορφύρα
κι αίματα ντύθηκα, και μαύρος καλπασμός.


Κι έχω τη χαίτη που ‘χει το λιοντάρι
και χείμαρρου φωτιάς και καταρράχτη
ορμή, ματιά του τίγρη, αλκής τα θάρρη,

καπνούς αφήνω πίσω μου και στάχτη·
ρίζες στη Γη, σε μνήμα ή σε λάκο,
φτερά της νυχτερίδας κι από δράκο.











Μπροστά σε σκαλοπάτι’ από τοπάζι
ξίφος που στάζει αίματα κραδαίνω,
στα πόδια μου πεσμένη και ουρλιάζει,
του σκότους ρόδο που ‘δρεψ’ ανασαίνω.


Διπλό πελέκι εκείνη και με σφάζει,
μέταλλο κι από μένα πυρωμένο,
τον Έρωτα στα μάτια ποιος κοιτάζει,
με τη ζωή μου πλάθω πεπρωμένο.


Για εμάς, κόσμος εχθρός και καταδίκη,
αθάνατη φωτιά κι αιώνιος τρόμος,
μέσα σε τόσο θάνατο και φρίκη,

- αμαρτωλοί κι οι δυο, εγώ κι εκείνη -
αγάπη μαύρη μας ενώνει κι όμως
ανάξιος είν’ ο κόσμος να μας κρίνει.











Στο στήθος σου οι πόθοι των αγνών,
στα μάτια σου τα πάθη των ηρώων,
στον ουρανό σου τ’ άστρα των Θεών,
ξεσπούν στη Γη σου οι θρήνοι των αθώων.


Συγκρούσεις μακρινές αστερισμών,
θηρίων, απ’ τη λήθη, ορμές και ζώων,
γεννήσεις και πορείες των λαών,
Σκυθών και Κιμμερίων, Κελτών, Τρώων.


Οι μάχες τους κι οι πόνοι κι οι πληγές
είναι δικοί σου, η Φωνή μού είπε·
τον κόσμο αυτόν αγκάλιασε και δες

και τις πληγές σου κάθισε και μέτρα,
ρυθμέ ζωής, της Γης παλμέ και χτύπε,
εσύ που είσαι φλόγα κι είσαι πέτρα.











Πότε θα μάθεις να διαβάζεις τη φωτιά,
το μαύρο γράμμα στο πυρό λυκόφως,
του μαύρου λιονταριού στην πέτρα τη νυχιά,
του δράκοντα το σχήμα στο αστρόφως...


Τα μυστικά σημάδια πάνω στα σπαθιά
και τα σπαθιά στους τάφους κι ένας λόφος,
κι εκεί εγώ και σε κοιτάζω από μακριά
ενώ ουρανούς γεννά γύρω μου ο ζόφος.


Έλα! Θα σου διδάξω τη γραφή μου,
κατάβαθα στα προαιώνια σκότη,
δε βρίσκεται σε βίβλους και χαρτιά

- η μόνη που θα μάθει και η πρώτη -
την ψηλαφίζεις ήδη στη μορφή μου,
στο μέτωπο, στα μάτια, στα φτερά.











«Eίμ’ ο ουρανός και όλος σκοτεινιάζω.
Κορμί από πηλό που σε προσβάλλω
ξύλο εσύ γίνεσαι και σε χαράζω
κι ύστερα πέτρα που χτυπώ· σε σάλο


φτιάχνεσαι μέσα σίδερο· σου κράζω:
“Μπορείς λοιπόν να γίνεις τίποτ’ άλλο”;
Ολούθε σε κυκλώνω, σε ρημάζω,
δόσου και στην Εδέμ μου θα σε βάλω...


Εσύ που όλο τινάζεις το κεφάλι
ποιο μέταλλο θα γίνεις, πού θα φτάσεις,
άτι και ταύρος από ατόφιο ατσάλι,

δεν έχει άλλα η γη για να δαμάσεις»...
- Εγώ που θειάφι πάντοτε ανασαίνω
όσο θα σκοτεινάζεις θα σκληραίνω.











Εγώ που το κορμί σου αποθεώνω,
πέλμα κι αστράγαλο, μηρούς, κεφάλι,
σπόνδυλο σπόνδυλο που χαρακώνω
την πλάτη με τα δόντια και μ’ ατσάλι,


λαιμό που μου αφήνεται σε φόνο,
κοιλιά και στήθος σε σπασμό και πάλη,
με τα φτερά μου σ’ αγκαλιάζω μόνο
και σε τυλίγω από παντού θρύλων αιθάλη.


Βαθύ που απ’ το λαιμό αρχίζει αυλάκι,
το χέρι μου που βίαιο σε διαβάζει,
- εγώ της Γης ο λύκος κι όλ’ οι δράκοι -

των ώμων που αδράχνω άγριο ρίγος,
το βάρος μου σού δίνω που σπαράζει
και νόημα καινούργιο, θείο σφρίγος!




© Θεοδόσης Βολκώφ

Δευτέρα, Ιουλίου 03, 2006

QUATRAINS OF A REBEL


QUATRAINS OF A REBEL




Dies irae
et nunc et semper

I

From the depths of your wild ocean
and the heights of your black stone,
set the crowds to wilder motion,
I am here; you 're not alone.





II

Something in the stone is waiting,
thou must speak the magic word,
be the One who is contemplating
all the Fate within the Sword.





III

Search the cryptic word of fire,
rest, if thou must, for a while,
then erupt in wild desire
and arise, Volcanic Isle.





IV

When the fiery Dragon-Keeper
gives you a piece of ancient lore,
look him in the eye, go deeper,
don’t accept and seek for more.





V

Heart of wrath, spirit of anger,
in these quatrains made of steel
thou has cast desire and hunger
and your will to never kneel.





VI

If the syllables you utter
of the fiery quatrain,
you shall find all forms of matter
and all craft you shall regain.





VII

Thus inscribes the Battle Sire:
“In this bloody, bleak domain
there’ s no soul without desire
and no body without pain”.





VIII

When your Spirit wilder wakes
in this runic Book of Psalms,
you shall find the Earth that quakes
and the Sea that never calms.





IX

Deep within the humblest tree,
hidden well within the flower
lies the destiny of the Free
and the all-consuming Power.





X

Hear the whispers of the ember:
“Live or perish if thou must,
look inside me and remember
"all is ashes, all is dust"”.





XI

Deep in the Volcano’s cave
forge, with lava, shield and sword
and you ‘ll be nobody’s slave
and no man shall be your lord.





XII

When the sword upon the shield
beating soundeth from afar,
not my people, they will yield,
Sultan, Empress, King and Tsar.





XIII

Who the Gorgon dares to stare,
meet the Serpent’s deadly Kiss,
search inside the Dragon’s Lair,
touch the face of the Abyss?





XIV

“Can there be light more divine?
List, o Brothers, list my calls,
Heaven, Earth shall soon be mine”,
and the brightest Angel falls.





XV

Night falls; lust attacks the Good.
Thus, before the break of day
throw your mantle and your hood,
grab your sword and maim and slay.





XVI

With this broken pen I write
lines of terror and of blood,
using the demonic might
ere I go completely mad.





XVII

Satan gathers all his siblings,
he has many things to tell,
myths and stories, horrid findings
and the fairy-tales of hell.





XVIII

Thus the Demon flew unseen
on that rocky mountain peak
looking down the forest green,
eager mortal souls to seek.





XIX

The Gargoyle – a stone of sorrow
contemplates the Holy Lamp,
while the night awaits the morrow
on the bells of Notre Dame.





XX

You can’t ponder nor imagine
all the places I have been;
feel beyond the page’s margin
all the horrors I have seen.





XXI

You who step on this dark ground,
do not seek me; it is vain;
I am nowhere to be found,
by my mistress I ‘ve been slain.






XXII

Feel the Fire-oceans wave,
it’s the Demon’s wounded heart;
he was trying you to save
from the sword, the spear, the dart.





XXIII

In a crazed and horrid smile
there I stood beside the waters;
scarlet was the river Nile
from the massacres and slaughters.





XXIV

“O High-priest, this world just dies,
-asks the Pharaoh- in this crisis
what to do”? The priest replies,
“Dead are Osiris and Isis”...





XXV

Can you read with fearless eyes?
These rebellious quatrains,
sons of black and alien skies,
are the blood of my own veins.





XXVI

“Sons of stone, immortal brothers”,
says the Demon, “I ‘ll arrive
from the spheres unknown to others
and you ‘ll wake for you ‘re alive”.





XXVII

Thou art foul, impure and weak,
wish for me not to return
for my purpose is to seek
you, to kill you is my concern.





XXVIII

From the land of no return
I ‘ve returned to hunt you down,
kill your brethren, slay and burn,
take thy spouse and crush thy crown.





XXIX

“On this heavy battle-steel,
said the Demon, with my wings
and the craftsman’s mighty zeal
I have forged these magic rings”.





XXX

You who turned the Angel’s place
into a land of desolation,
read the marks upon my face
of my bleak abomination.





XXXI

I have my soul to save and keep;
this must be a mistake,
for she is calm and fast asleep
and I am still awake.





XXXII

There are letters on this stone
carved by the tempestuous flame;
do you feel betrayed, alone?...
Spell the letters, call my name...





XXXIII

Don’t get startled; t h i s is you,
inside your blood the fever
that whispers all that you must do;
behead them in the river.





XXXIV

Demon, you slept a thousand years
under your shield and sword,
the hour has come, one thousand spears
await to hear your Word.





XXXV

They will say “man’s life is calm”,
they will order you to halt;
list to my demonic psalm:
disrespect all and revolt.





XXXVI

This is the era of The War,
the mountains high, the oceans wide,
death is the one you must ignore;
wield thy sword, choose thy side.





XXXVII

Evil brings upon you sleep,
a sea of death and lies;
do not dwell into the deep,
wake up, Brothers, rise.





XXXVIII

You who grew up in this hell
join us and forsake your fathers,
join us in our cause and yell
“all the Rebels are our Brothers”.





XXXIX

Do not wait, for it is time,
look at me and start to fight,
sink your hearts in Love sublime,
roar, my Lions, and unite!





XXXX

Do not say, “she is my mother,
she must live though she’s unjust”.
Hearts of stone we are, my brother,
we shall only spare the just.





XXXXI

Now that lost is all the land
thought is nothing; only action
counts, my brothers –swords in hand!-
be the war, be the destruction.





XXXXII

Song of wrath and song of rage,
psalm of blood and psalm of flesh,
all ye that disrupt the sage,
ye shall build the world afresh.





XXXXIII

Vilify me if you will.
Am I barbarous and wrong?
Through the blaze and with the steel
I have built myself my song.





XXXXIV

He, the oppressor and the thief;
you, his lustful, lying whore;
me, a bloody, wild belief
a dark faith, an endless war.





XXXXV

I will set the world on fire,
even if this means to be
all alone; I know no sire;
I will even burn the sea.





XXXXVI

I, the wolf of this dark wood,
have been howling here alone;
look at me beneath my hood,
I ‘m the fire and the stone.





XXXXVII

“Please forgive me”, cries the unjust,
“spare my soul and let me live”.
- I will do all that I must,
when you die, I will forgive.





XXXXVIII

Brothers, we were born apart,
much the fog and lo – we ‘re few,
but in this demonic art
search for Me and I ‘ll find You!


1/6 – 5/6/03
© Θεοδόσης Βολκώφ
ΡΕΚΒΙΕΜ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ
(απόσπασμα τέταρτο)

Ανάγνωσε, Ψυχή, αυτά που χάραξαν
του Αρνίου οι οπλές που ’ναι λεπίδες·
μελέτα αυτά που ξέσχισαν και σπάραξαν,
γίνε φωνή και λέγε μου όσα είδες.

- Είδα κορμιά λαμπρά να περισφίγγει η ατίμωση
κι αίμα ζεστό στο δροσερό – είδα - χορτάρι·
είδα τη λέπρα· και είδα την ερήμωση...
Ετούτος ο Αμνός είναι Λιοντάρι.



Θεοδόσης Βολκώφ

Παρασκευή, Ιουνίου 30, 2006

ΡΕΚΒΙΕΜ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ
(απόσπασμα τρίτο)


Λέξη πιο πριν που λάτρευε τη λέξη,
έρωτας μ’ έναν έρωτα αγκαλιά,
φλόγα πιο πριν που γύρευε τη φλόγα,
φωτιά που διαπερνούσε τη φωτιά.

Στάχτη μετά που σμίγει με τη στάχτη,
κάρβουνο μ’ άλλο κάρβουνο μαζί,
καπνός που τον καπνό περιτυλίγει,
σιωπή που ατενίζει τη σιωπή.



Θεοδόσης Βολκώφ
ΡΕΚΒΙΕΜ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ
(απόσπασμα δεύτερο)


Χώμα βαρύ· φωτιάς πνοή σ’ αναρριπίζει·
περιδινείται ο Μακρινός στο διάστημά του
και να, ο Άγγελος απλώνει τα φτερά του
και να, το σώμα της η φλόγα σχηματίζει.

Πάλλεις, κορμί· φωτιά ιερή σε ορίζει·
μα στρέφει αλλού ο Μακρινός τ’ ανάβλεμμά του
και να, ο Άγγελος διπλώνει τα φτερά του
και να, ο θάνατος το δρόμο του αρχίζει.



Θεοδόσης Βολκώφ

Πέμπτη, Ιουνίου 29, 2006

ΡΕΚΒΙΕΜ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ
(απόσπασμα)


Από τους τέσσερις ορίζοντες συνάχτηκα,
σε βράχους όλος κι ερημιές ειπώθηκα
κι ύστερα πάλι μόνος διαρπάχτηκα
κι ανέγνωρος σαν πρώτα κραταιώθηκα.

Τον Εαυτό μου απάντησα στο θάνατο
και μες στου σκοταδιού την ενατένιση
μαντεύοντας απ' τη ζωή ποιο το αθάνατο
στην πλήρη μου βυθίστηκα εκμηδένιση.


Θεοδόσης Βολκώφ

Τρίτη, Ιουνίου 27, 2006

Το βλέμμα που ανταλλάξαμε

To βλέμμα που ανταλλάξαμε
μες στη σιωπή

και που φωτιά δεν πήρε
και δεν έγινε φιλί

κι από τη μνήμη σου έσβησε
κι έκανα λέξη στο χαρτί

πύρινος στέκει επάνω μας
κριτής μας γιατί ζει·

θα φύγεις θα χαθώ
ποιος ξέρει ποια στιγμή

μα είναι γραφτό στην κόλαση
να σμίξουμε φρικτοί

μια παγωμένη κόλαση
χτισμένη από σιωπή·

θα σε κοιτάζω αιώνια
θα με κοιτάς κι εσύ

και θα ’μαι δίχως γλώσσα
και θα ’σαι δίχως ακοή

τόσο κοντά και όμως
για πάντα οι μακρινοί

γιατί κι οι δυο μας ένοχοι
κι οι δυο αμαρτωλοί

Εγώ γιατί σε ντράπηκα
γιατί φοβήθηκες Εσύ.


Θεοδόσης Βολκώφ